Book Hangover και ο «Φύλακας στη σίκαλη»

IMG_20130221_212140

Του Γιάννη Αποστόλογλου

Η έννοια του hangover και οι παρενέργειες του μετά απο μια ολονύκτια έξοδο με φίλους είναι απο λίγο έως πολύ γνωστή σε όλους μας. Η δυσκολία του ξυπνήματος την επόμενη ημέρα, οι ζαλάδες, και το αίσθημα της ενοχής που σε κατακλύζει και δίνεις όρκο στον εαυτό σου  -πιστεύοντας το ακράδαντα μάλιστα- «δεν το κάνω ποτέ ξανά» (έναν όρκο που τηρείς  βέβαια μέχρι την επόμενη έξοδό σου).

Ένα παρόμοιο συναίσθημα είναι και αυτό που νιώθεις όταν τελειώνεις ένα βιβλίο το οποίο το απόλαυσες σε τόσο μεγάλο βαθμό, έτσι ώστε όταν το τελειώνεις αντιμετωπίζεις μεγάλη δυσκολία να ξεκινήσεις ένα άλλο, με δεδομένο το γεγονός πως ζεις ακόμα στον κόσμο του προηγούμενου καθώς  σε έχει επηρεάσει τόσο πολύ, σου έχει δημιουργήσει  δυνατές εικόνες στην οθόνη του μυαλού σου και η ταύτισή σου με τους ήρωες του βιβλίου είναι σχεδόν απόλυτη.  Και αυτό είναι το κύριο σύμπτωμα του λεγόμενου book hangover.

Εκτός απο αυτό το οποίο είναι το κύριο σύμπτωμα του φαινομένου, η μελαγχολία δηλαδή  που έχει τελειώσει ένα βιβλίο, και η απροθυμία να ξεκινήσεις την ανάγνωση ενός καινούριου (απο τον φόβο πως το επόμενο που θα ξεκινήσεις δεν θα είναι αντάξιο του προηγούμενου και έτσι συνεχώς το αναβάλλεις)  υπάρχουν και κάποια παράπλευρα συμπτώματα όπως για παράδειγμα να  ξαναδιαβάζεις τις σελίδες που σου έκαναν μεγαλύτερη εντύπωση, τις φράσεις και τις σκηνές που υπογράμμισες και τις σημειώσεις που κράτησες ή σε εξαιρετικές περιπτώσεις ολόκληρο το βιβλίο απο την αρχή. Επίσης για κάποιες μέρες φαντάζεσαι πώς οι χαρακτήρες του βιβλίου συνέχισαν τις ζωές τους και νοερά συνεχίζεις την «συγγραφή» του βιβλίου μέσα στο μυαλό σου ή ακόμα-ακόμα πιάνεις τον εαυτό σου να σκέφτεται για το πως θα αντιδρούσαν οι ήρωες του βιβλίου σε συγκεκριμένα περιστατικά της δικής σου ζωής.

Μια τέτοια περίπτωση ήταν όταν πρόσφατα διάβασα τον «Φύλακα στη σίκαλη» του J. D.  Salinger, ένα απο τα σημαντικότερα έργα της αμερικάνικης λογοτεχνίας και συνάμα απο τα πιο λογοκριμένα μεταξύ των δεκαετιών 1960 και 1980,  λόγο της «αλήτικης» χρήσης της γλώσσας, χωρίς ίχνος καθωσπρεπισμού, αλλά και λόγο των αναφορών σε συμπεριφορές που υποβίβαζαν τις «ηθικές» αξίες της αμερικάνικης συντηρητικής κοινωνίας καθώς θεωρήθηκε πως προωθούσε την αντιδραστικότητα, το αλκοόλ, το κάπνισμα και τα λοιπά.

Το βιβλίο μας μιλάει για την ιστορία και τις περιπέτειες στο μεγάλο μήλο, την Νέα Υόρκη της δεκαετία του ’50, ενός εφήβου του Χόλντεν Κόλφιλντ ο οποίος αποβάλλεται (για ακόμα μια φορά) από το σχολείο του, το ξακουστό και καθώς πρέπει Πένσι, στο οποίο φοιτούν γόνοι καλών οικογενειών όπως άλλωστε είναι και η δική του.  Πρόκειται για ένα παιδί με ευαισθησίες,  χαρακτήρα ασυμβίβαστο με τον κάλπικο κόσμο γύρω του και την υποκρισία που τον περιβάλλει. Αυτή η υποκρισία απεικονίζεται στο πρόσωπο του αδερφού του, ο οποίος ως συγγραφέας αποφασίζει να ξεπουληθεί στο Ηοllywood.  Και συν τοις άλλοις έχει να αντιμετωπίσει και τα προβλήματα της εφηβείας.

Χαρακτηριστικό της ευαισθησίας του Χόλντεν είναι η σκηνή στην οποία ο ήρωας μια χειμερινή νύχτα φτιάχνει μια χιονόμπαλα και αρνούμενος  να καταστρέψει την λευκή ομορφιά και τελειότητα της και ανεβαίνει στο λεωφορείο παίρνοντας την μαζί του. Ο οδηγός του λεωφορείου τον αναγκάζει να την πετάξει πριν ανέβει, αυτός αρχικά υποστηρίζει πως δεν θα την ρίξει σε ανθρώπους, και τελικά όταν αναγκάζεται να την πετάξει σχολιάζει «οι άνθρωποι ποτέ δεν σε πιστεύουν». Πράγματι δεν θα την έριχνε κάπου, καθώς όπως εξομολογείται ο ίδιος είναι ένας φιλειρηνικός άνθρωπος.

Ο τίτλος του βιβλίου προέρχεται από ένα στίχο ενός τραγουδιου που περιέχεται σε έναν δίσκο τον οποίο αποφασίζει να κάνει δώρο στην  μικρούλα αδερφή του, την Φοίβη,  στην οποία έχει παθολογική αγάπη και την υπερλατρεύει. Όταν το Φοιβάκι (όπως την αποκαλεί)  τον ρωτάει απογοητευμένη λόγω της αποβολής του απο το σχολείο, τι θα ήθελε να κάνει επιτέλους στην ζωή του,  εκείνος της απαντάει πως θα θελε να είναι φύλακας σε ένα μεγάλο αγρό σίκαλης διπλα σε έναν γκρεμό όπου θα παίζουν ανέμελα baseball τα πιτσιρίκια, αγνοώνταςτον κίνδυνο που παραμονεύει αν κάποιο απο αυτά ξεφύγει και γκρεμοτσακιστεί. Ο Χόλντεν θα ήθελε να είναι εκεί,  άγρυπνος φύλακας να τους προστατεύει να μην πέσουν στον γκρεμό που συμβολίζει τον αδίστακτο και κάλπικο κόσμο των μεγάλων.

Όπως σημειώνει ο συγγραφέας Αναστάσης Βιστωνίτης στο Βήμα:

«Ο Φύλακας στη Σίκαλη ανήκει στα σημαντικότερα μυθιστορήματα της εφηβείας, μολονότι περιγράφει πολύ μικρό μέρος της ζωής του κεντρικού ήρωα Χόλντεν Κόλφιλντ. Ανήκει επίσης στα αντιπροσωπευτικότερα έργα του μεταπολεμικού ρεαλισμού και αναμφίβολα επηρέασε βαθιά τους συγγραφείς οι οποίοι δημιούργησαν τρεις δεκαετίες αργότερα το ρεύμα που ονομάστηκε νεορεαλισμός ή βρώμικος ή μινιμαλιστικός ρεαλισμός.
Ο Χόλντεν, που βρίσκεται στο τέλος της εφηβείας του, ανήκει στους παρείσακτους, στους outsiders. Είναι ο κατ’ εξοχήν αντιήρωας, ένα είδος σύγχρονου Χακ Φιν των μεγαλουπόλεων που διακατέχεται από αισθήματα αγάπης και απέχθειας για τον κόσμο και τους άλλους, αισθήματα ωστόσο που εκφράζουν μια αναμφισβήτητη αθωότητα, η δύναμη της οποίας πολλαπλασιάζεται από την αφοπλιστική αμεσότητα της γλώσσας του Χόλντεν, την απαράμιλλη φρεσκάδα της και την αριστοτεχνική απλότητα του ιδιώματος, με τις επαναλήψεις, τα στερεότυπα και την επιτηδευμένη «μαγκιά» που χαρακτηρίζει τη γλώσσα των εφήβων. Ο Χόλντεν αγαπάει τη μικρότερη αδελφή του Φοίβη με ανυπόκριτη αθωότητα, εκφράζεται με την ίδια αθωότητα όσον αφορά τον εαυτό του, δεν έχει μεγάλα όνειρα και φιλοδοξίες, ο κόσμος δεν του αρέσει (όπως συχνά δεν του αρέσει και ο εαυτός του), γι’ αυτό και θέλει να φύγει για τα δυτικά. Απεχθάνεται τα σχολεία που αλλάζει συνεχώς, είναι ειρωνικός με τους δασκάλους του και τον κόσμο των μεγάλων, όμως ξέρει – και το παραδέχεται – ότι σύντομα και εκείνος θα αποτελεί μέρος του ίδιου κόσμου. Δεν έχει μεγάλες ιδέες για το παρόν και το μέλλον, για τον έρωτα, τη σταδιοδρομία και την επιτυχία. Μας αφηγείται κάποια από τα πρόσφατα περιστατικά της ζωής του σαν να εξομολογείται τις πιο ενδόμυχες σκέψεις του, λες και μιλάει σε μια παρέα φίλων του με τους οποίους συναντάται ένα βράδυ κάπου στη γειτονιά τους για να πουν πώς πέρασαν τη μέρα τους. Στην αφήγησή του ξεδιπλώνεται ο εσωτερικός κόσμος εκείνου που δεν ξέρει τον πραγματικό κόσμο, που δεν τον έχει μολύνει το καθεστώς εξαγοράς των αισθημάτων και των συνειδήσεων. Τον κόσμο των άλλων ο Χόλντεν τον μαθαίνει σιγά σιγά μέσα από τις μικρές διαψεύσεις του – και με την πίκρα της αμεσότητας».

Ο φύλακας στη Σίκαλη μεταφράστηκε στα ελληνικά το 1978 από τη Τζένη Μαστοράκη. Όπως σημειώνει η ίδια στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία:

«Ο Χόλντεν Κόλφιλντ δεν είναι εύκολη περίπτωση. Δεν σου επιτρέπει να τον συμπονέσεις, δεν θέλει να τον αγαπήσεις, να τον κάνεις φίλο σου, να ταυτιστείς μαζί του έστω: είναι αδιαπέραστη η ερημιά του. Βλέπει τον κόσμο σαν αμείλικτος τριαντάρης, αλλά εκφράζεται με λεξιλόγιο και συντακτικό ενός πιτσιρικά. Δεν πουλάει επανάσταση. Απολύτως τίποτα δεν πουλάει. Απελπίζεται, αλλά δεν το λέει φωναχτά. Παραιτείται, αλλά δεν το κάνει ζήτημα. Εχει απίστευτο μεγαλείο και η απελπισία του και η παραίτησή του. Ισως γι’ αυτό να έχει αντισταθεί ώς τώρα στις σχολικές αναλύσεις των αμερικανόπαιδων, στην άρνηση και στη λατρεία, στην παθολογία των φανατικών του και -προπάντων- στον χρόνο: γιατί μιλάει σε ό,τι πιο απελπισμένο έχουμε όλοι μέσα μας.
Ο Χόλντεν, ένας κυνηγός (ελέω καπέλου), έχει καταδικαστεί να παραδέρνει μέσα στον ασφυκτικό χρόνο ενός βιβλίου: δυο μέρες και τρεις νύχτες. Ο Σάλιντζερ, ένας κυνηγημένος, είχε καταδικαστεί να παραδέρνει μισόν αιώνα, μέρα νύχτα, μέσα στους δικούς του τοίχους, που ποτέ δεν τον προστάτεψαν αρκετά. Πάντα τους σκέφτομαι σαν ένα αυτούς τους δυο.
Στη λίστα με τους δημοφιλέστερους φανταστικούς ήρωες από τις αρχές του εικοστού αιώνα μέχρι σήμερα, ο Χόλντεν κρατάει σταθερά τη δεύτερη θέση στις προτιμήσεις του κοινού. Εκεί θα τον έβαζα κι εγώ. Και στην πρώτη πρώτη, τον Σάλιντζερ. Γιατί κι αυτός, με τον καιρό, ένας φανταστικός ήρωας έγινε. Και όχι μόνο για μένα».

Ο συγγραφέας του ο Τζ. Ντ. Σάλιντζερ γεννήθηκε το 1919 και πέθανε το 2010, είχε δημιουργήσει έναν μύθο γύρω απο το πρόσωπο του καθώς συγραφικά σιώπησε από το 1965 ενώ η τελευταία του συνέντευξη δόθηκε το 1980. Κανείς δεν ήξερε που έμενε, πως ήταν φυσιογνωμικά στα γεράματα καθώς απόφασή του ήταν να  κρατηθεί μακριά απο τα φώτα της δημοσιότητας. Για να το πούμε πιο ποιητικά, η επιλογή που έκανε ήταν να παραμείνει στην ζωή του ο επαναστάτης έφηβος του βιβλίου του.

*Ο Mark David Chapman, δολοφόνος του John Lennon, όταν συνελήφθη είχε στην κατοχή του ένα αντίτυπο του βιβλίου «Ο φύλακας στη σίκαλη».

Advertisements