Μαθηματικά και Ποίηση

Image

Του Γιάννη Αποστόλογλου

(Πρώτη δημοσίευση: toparathyro.com)

“… Παράθυρα, αυτό είναι που έχουμε ανάγκη μου είπε μια φορά ένας γέρος σοφός σε μια μακρινή χώρα, το εύρος του πραγματικού είναι ακατανόητο, για να το κατανοήσουμε πρέπει να το κλείσουμε σε ένα ορθογώνιο, η γεωμετρία αντιτίθεται στο χάος, γι’ αυτό οι άνθρωποι επινόησαν τα παράθυρα που είναι γεωμετρικά και κάθε γεωμετρία προϋποθέτει ορθές γωνίες. Άραγε να υπόκειται και η ζωή μας σε αυτές τις ορθές γωνίες;…”

(Ο Τριστάνο πεθαίνει, Αντόνιο Ταμπούκι, εκδόσεις Άγρα).

Αναγκαία τα παράθυρα λοιπόν, που πρέπει να ανοίξουμε για να ατενίσουμε το χάος της πραγματικότητας που ακτινοβόλο ξανοίγεται μπροστά μας περιμένοντας να ανακαλύψουμε τα μυστικά του. Μην είναι μήπως η επιστήμη των μαθηματικών και η ποίηση δυο τέτοια παράθυρα; Υπό την έννοια πως είναι δυο διαφορετικοί δρόμοι για να κατανοήσουμε την φύση την δικιά μας και του κόσμου. Ή καλύτερα, ένα και μοναδικό παράθυρο με δυο διαφορετικές οπτικές γωνίες που εξαρτώνται από το πώς το κοιτάς, μια οπτική που κοιτάει προς τα μέσα μας, στην ψυχή μας, και μια που κοιτάει προς την φύση που μας περιβάλλει και προσπαθεί να την περιγράψει με την μαθηματική γλώσσα της φύσης.

 Όπως είχε πει και ο Νομπελίστας, θεωρητικός φυσικός Heisenberg:

“…μόνο δύο γλώσσες έχει ο άνθρωπος για να περιγράψει την φύση, τα Μαθηματικά και την Ποίηση…” 

Επειδή όμως αρχή σοφίας η των ονομάτων επίκλησης όπως έλεγε ο κυνικός Αντισθένης, ας ορίσουμε τις έννοιες με τις οποίες θα ασχοληθούμε πριν να προσπαθήσουμε να εντοπίσουμε κοινά στοιχεία ως προς την μορφή, τον σκοπό, τον τρόπο δημιουργίας και το αισθητικό αποτέλεσμα.

Επιστήμη: Από το ρήμα επίσταμαι (γνωρίζω καλά). Η ορθολογική και μεθοδική έρευνα της πραγματικότητας. Συστηματική οργάνωση της γνώσης που προκύπτει από τη έρευνα αυτή. Άρα παραγωγή καινούριας γνώσης και παρουσίασή της. Η επιστήμη είναι δυναμική και όχι στατική, συνεχώς αλλάζει, εξελίσσεται αυτοδιορθώνεται αναθεωρείται. Σχετίζεται με έννοιες όπως μέθοδος, μαθηματική έκφραση, και υπευθυνότητα.

Ποίηση: Τέχνη. Θεμελιώνεται στις εκφραστικές δυνατότητες της γλώσσας. Μουσική σκέψη, σκέψη που εκφράζεται από πνεύμα το οποίο εισχώρησε στην πλέον ενδόμυχη καρδιά του πράγματος (κατά Καρλάυλ). Ή όπως είπε ο Χάμαν

“ο πιο αρχέγονος τρόπος με τον οποίο προσπάθησε ο άνθρωπος μέσω της γλώσσας να προσεγγίσει τον κόσμο και να διεισδύσει στο μυστήριο του. Η μητρική γλώσσα του ανθρωπίνου γένους”

Μαθηματικά: Είναι η επιστήμη που μελετά θέματα που αφορούν την ποσότητα (δηλαδή τους αριθμούς), τη δομή (δηλαδή τα σχήματα) τις σχέσεις όλων των μετρήσιμων αντικειμένων της πραγματικότητας και της φαντασίας μας.

Σχέση λοιπόν ποίησης και μαθηματικών. Υπάρχει;

Από την ιστορική σκοπιά του θέματος δεν νομίζω πως υπάρχει αμφιβολία ότι πρόκειται για δυο πανάρχαιες δημιουργικές και πνευματικές ανθρώπινες δραστηριότητες. Οι μύθοι που ανέπτυξε ο άνθρωπος για την ερμηνεία του περιβάλλοντος κόσμου, μύθοι κοσμογονικοί, μύθοι θρησκευτικοί, πλημμυρισμένοι με μυστήριο που από πίσω κρυβόταν το δέος του ανθρώπου για όλα αυτά που δεν μπορούσε να εξηγήσει για το πώς δημιουργήθηκε ο κόσμος, ο άνθρωπος, και για το επέκεινα του θανάτου. Πρωταγωνιστές τα στοιχεία της φύσης και ο άνθρωπος ως τραγική φιγούρα.

Και από την άλλη τα μαθηματικά, εργαλείο χρήσιμο για τον πρωτόγονο άνθρωπο για να μετράει τον χρόνο, τις ημέρες, τις φάσεις της σελήνης και με την πάροδο του χρόνου έγιναν η γλώσσα της επιστήμης με την οποία θα προσπαθήσει ορθολογικά πλέον και με την λογική να προσεγγίσει και να ερμηνεύσει την φύση και το θείον, (στο βαθμό που είναι δηλαδή δυνατό να προσεγγισθεί το θείο με την λογική και την επιστήμη και όχι με το συναίσθημα).

Όπως μας λέει και ο Αισχύλος στον Προμηθέα Δεσμώτη:

«…Μα και τον αριθμό, πρώτη σοφία

τους βρήκα εγώ, και των γραμμάτων

το συνταίριασμα, δουλεύτρα τέχνη

Μητέρα των μουσών, μνήμη των πάντων…»

Το συνταίριασμα λοιπόν αυτό αριθμών και γραμμάτων οδηγεί στα μαθηματικά και στην ποίηση. Το δώρο του πυρφόρου στην ανθρωπότητα, θεμέλια και τα δυο του ανθρώπινου πολιτισμού, και πολύτιμα στολίδια που έκλεψε από τους μακάριους θεούς.

Όσον αφορά τον σκοπό, είμαι της άποψης, πως στην ζωή ως άνθρωποι είμαστε αναγκασμένοι να στεκόμαστε απέναντι σε 3 βασανιστικά ερωτήματα και να βρίσκουμε απαντήσεις:

1)      Στη στάση μας απέναντι στη φύση

2)      Στη στάση μας απέναντι στην κοινωνία και στον συνάνθρωπο

3)      Στη στάση μας μπροστά στον θάνατο.

Η τέχνη, η ποίηση, και η επιστήμη δίνουν απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα. Ειδικά η επιστήμη που μας βοηθάει να ξεπεράσουμε μια εγωκεντρική πραγματικότητα και να αντιληφθούμε ποια είναι η πραγματική μας θέση μέσα στο αχανές σύμπαν.  Δημιουργήματα ενός μυστηριακού κόσμου, κόκκοι άμμου στις εσχατιές ενός απεριόριστου και άπειρου σύμπαντος βοηθάει να χαράξουμε και ένα ανάλογο ανθρωπιστικό σύστημα αξιών, και κοινωνίες στηριγμένες στην γνώση, μακριά από άγνοια εγωισμούς και μισαλλοδοξίες.

Αρχίζει σιγά σιγά να αχνοφαίνεται πως τα κοινά σημεία (η τομή, όπως λέμε και στην θεωρία συνόλων) μεταξύ ποίησης και μαθηματικών δεν είναι το κενό σύνολο όπως κάποιος αβίαστα θα συμπέραινε.

Το αισθητικό αποτέλεσμα, η ηδονή, είναι της ίδιας φύσης είτε για έναν ποιητή που καταφέρνει να εκφραστεί και να κοινωνήσει τις ιδέες του μέσω ενός ποιήματος  είτε για έναν μαθηματικό που μετά από κοπιαστική εργασία, απομόνωση (όπως άλλωστε και ο ποιητής) καταφέρνει να αποδείξει ένα μαθηματικό θεώρημα. Και οι δυο τέχνες είναι τέκνα του οίστρου και της φαντασίας, της έμπνευσης της στιγμής και του ταλέντου.  Ως επικουρία αυτής της άποψης θα χρησιμοποιήσω τα λόγια ενός μεγάλου φυσικού του Poincare ο οποίος μεταξύ άλλων είπε:

“Ένας μαθηματικός αντλεί από την εργασία του την ίδια συγκίνηση που αισθάνεται και ένας καλλιτέχνης. Η χαρά τους είναι της ίδια ποιότητας και το ίδιο μεγάλη“

καθώς επίσης και τα λόγια του Dirac, ενός εκ των θεμελιωτών της κβαντικής φυσικής ο οποίος τόνισε πως :

 “Η μαθηματική ομορφιά δεν μπορεί να οριστεί περισσότερο από ότι μπορεί να οριστεί η ομορφιά στην Τέχνη αλλά εκείνοι που μελετούν τα μαθηματικά δεν έχουν καμιά δυσκολία στο να την εκτιμήσουν.”

Εξάλλου και ο μεγάλος μαθηματικός Hardy υπερθεμάτισε υπέρ αυτής της άποψης αφού στην βιογραφία του έγραψε:

 “Ο μαθηματικός, όπως ένας ζωγράφος ή ένας ποιητής, είναι ένας σχεδιαστής. Τα σχέδιά του είναι φτιαγμένα με ιδέες. Ο ζωγράφος φτιάχνει σχέδια με σχήματα και χρώματα, ο ποιητής με λέξεις, Και στην ποίηση μετρούν οι ιδέες.”

Όσον αφορά το αισθητικό αποτέλεσμα που βιώνει ο αναγνώστης ενός ποιήματος, ή ο μελετητής των μαθηματικών ούτε εκεί πιστεύω πως υπάρχουν μεγάλες διαφορές, περίπου η ίδια θάλασσα συναισθημάτων είναι αυτή που σπάει μέσα μας. (Πόσοι άλλωστε δεν έχουμε νιώσει την ευχαρίστηση που συνοδεύει την επιτυχή μας προσπάθεια για την λύση έστω και του πιο απλού μαθηματικού προβλήματος  γνωρίζοντας έστω και ελάχιστα μαθηματικά).

Άρα δεν υπάρχει το χάσμα μεταξύ ποίησης και μαθηματικών όπως ισχυρίζονται πολλοί. Μαθηματικά δεν είναι οι ξεροί τύποι, όπως μας έκανε να πιστεύουμε το ανοργασμικό και πάσχον από έλλειψη φαντασίας και δημιουργικότητας ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα. . Τί θα μείνει άραγε από τα μαθηματικά αν τα περάσουμε από ένα κόσκινο και τους αφαιρέσουμε την φαντασία και την ομορφιά τους, τα κοινά στοιχεία που έχουν δηλαδή με την ποίηση; Δεν υπάρχει θέση στον κόσμο για άσχημα μαθηματικά.

Έτσι λοιπόν συνοψίζοντας, μπορούμε να ισχυριστούμε πως τα κοινά στοιχεία μεταξύ της ποίησης και των μαθηματικών είναι αρκετά αλλά το σημαντικότερο είναι πως και τα δυο είναι προσπάθειες ερμηνείας του κόσμου. Η μεν ποίηση με φίλτρο το συναίσθημα, τα μεν μαθηματικά με φίλτρο την λογική.  Και τα δυο βοηθούν στο να κατανοήσουμε καλύτερα τον κόσμο, αλλά και τον εαυτό μας, υπό την έννοια πως τα μαθηματικά είναι μια καταβύθιση στον ανθρώπινο νου, η ποίηση μια καταβύθιση στην ψυχή. Και οι δυο δρόμοι οδηγούν στην αυτογνωσία. Επίσης και τα δυο είναι ανατρεπτικά και επαναστατικά. Σίγουρα δεν ανατρέπουν καθεστώτα άμεσα αλλά αλλάζουν την λογική στα οποία αυτά στηρίζονται. Και στο τέλος, εάν θες να εντρυφήσεις στον κόσμο τους, χρειάζεται μια περίοδος μαθητείας και μύησης, δεν υπάρχει βασιλική οδός για καμία από αυτές τις δυο τέχνες.

Advertisements

Ο χρόνος της ανάγνωσης

ImageΤου Στράτου Αμπατζή

Στο έξοχο δοκίμιό του Ο σπάνιος αναγνώστης ο George Steiner σχολιάζει τον πίνακα του Chardin “Le philosophe lisant” (φιλόσοφος αναγιγνώσκων). Ένας άνδρας σκύβει ευλαβικά πάνω από ένα βαρύ πολυσέλιδο τόμο και απορροφάται στη μελέτη. Οι λεπτομέρειες είναι που κάνουν εδώ τη διαφορά∙  και καταρχάς η ενδυμασία: ο αναγνώστης φοράει μανδύα με γούνινη επένδυση και πλατύγυρο καπέλο. Μολονότι ο πίνακας απεικονίζει την ανάγνωση ως άσκηση ιδιωτικού χώρου, η αμφίεση είναι επίσημη, σχεδόν τελετουργική, λέει  o Steiner∙ προσιδιάζει περισσότερο σε δημόσια εμφάνιση. Το δεύτερο στοιχείο που προκαλεί την προσοχή είναι το ίδιο το βιβλίο ως αντικείμενο αναγνωστικής ηδονής.  Πρόκειται για έναν ογκώδη τόμο μεγάλου σχήματος, απ’ αυτούς που σίγουρα δεν καταναλώνονται ούτε στο κρεβάτι ούτε ξεφυλλίζονται στις αίθουσες των αεροδρομίων.   Έπειτα,  είναι η κλεψύδρα στα δεξιά του αναγνώστη. Ο Steiner μας καλεί να σκεφτούμε την κλεψύδρα ως σύμβολο του πεπερασμένου χρόνου της ανάγνωσης (και της ζωής) και ως υπαινικτική αντίστιξη στην αιώνια ζωή των βιβλίων: Όσο χρόνο και να δαπανήσει κανείς, τα αδιάβαστα βιβλία θα είναι πάντα απελπιστικά περισσότερα από τα διαβασμένα.

Ο βιβλιομανής διακατέχεται από αυτό ακριβώς το άγχος. Μόνο  μια σύντομη ματιά στη λίστα με τα 100 καλύτερα έργα όλων των εποχών, όπως ψηφίστηκε το 2002 από συγγραφείς από όλο τον κόσμο, αρκεί για να λούσει με κρύο ιδρώτα κάθε αδηφάγο αναγνώστη. Με έκπληξη ο τελευταίος διαπιστώνει ότι πρέπει να διανύσει ακόμη πολλά χιλιόμετρα στο στίβο της λογοτεχνίας για να κατακτήσει τα διαπιστευτήρια της αναγνωστικής επάρκειας. Μοναδικό αντίδοτο τότε προβάλλει η ταχύτητα της ανάγνωσης. Όπου το ιδανικό πηλίκο ορίζεται από το μέγιστο αριθμό σελίδων στον ελάχιστο δυνατό χρόνο.

Η ταχύτητα από μόνη της δεν είναι ένοχη. Ένα βίπερ, ένα αστυνομικό ή ένα κόμικς προσφέρεται να διαβαστεί με ταχύτητα, καθώς η πλοκή του κειμένου υπακούει στους ίδιους πάντα παραδοσιακούς κανόνες αρχιτεκτονικής. Όσοι έχουν εντρυφήσει στα αστυνομικά του Camilleri ξέρουν τόσο καλά τη συνταγή του Ιταλού συγγραφέα, ώστε διαβάζουν σχεδόν με κλειστά μάτια. Δεν υπαινίσσομαι ότι κάθε νέο βιβλίο είναι ρεπλίκα του προηγούμενου. Λέω, όμως, ότι το τελικό προϊόν είναι πάντα ένα μείγμα που προέρχεται από την εμμονική  συναρμολόγηση των ίδιων υλικών –σε διαφορετική μόνο δοσολογία: ο κοιλιόδουλος αστυνόμος Μονταλμπάνο που απολαμβάνει λουκούλλεια γεύματα παρά θιν’ αλός, τα τηλεφωνήματα και οι καβγάδες με τη σύντροφό του Λίβια, η μυστήρια νεαρή ύπαρξη που μπαίνει πάντα σαν σφήνα για να αποσυντονίσει τον ευάλωτο στους πειρασμούς αστυνόμο, οι πολλές παράλληλες ιστορίες που αρχικά μοιάζουν ασύμπτωτες αλλά κάπου προς το τέλος συγκλίνουν και διασταυρώνουν τις τροχιές τους στη λύση του μυστηρίου. Ο αναγνώστης δεν είναι ανάγκη να κρατάει γερά το τιμόνι∙ είναι η ατμόσφαιρα και το τέμπο της αφήγησης που χαρίζουν την αναγνωστική απόλαυση και όχι η πεισματική προσκόλληση στις λεπτομέρειες της ιστορίας. Παρομοίως, στον Ιούλιο Βερν ενδέχεται ο αναγνώστης να πηδήξει κάποιες σελίδες ορμώμενος από ακαταμάχητη αδημονία για την επόμενη κορύφωση της πλοκής∙ αυτό, ωστόσο, σε τίποτε δε μειώνει το αίσθημα ευφορίας που αναβλύζει από το κείμενο. Στα μυθιστορήματα του Καραγάτση είναι δύσκολο να μην μπεις στον πειρασμό να παρακάμψεις τις μακροσκελείς περιγραφές των τοπίων, όταν στην επόμενη στροφή σε περιμένει ένας τύπος σαν το Γιούγκερμαν.

Αλλά η ταχύτητα δεν είναι πάντα σύμμαχος της απόλαυσης. Ίσα-ίσα, τυχαίνει συχνά η απόλαυση να παράγεται από την επιβράδυνση της ανάγνωσης. Από το λαβύρινθο του Οδυσσέα του Τζόυς είναι αδύνατο να βγεις αν δεν κρατάς σφιχτά το νήμα του κειμένου από την αρχή μέχρι το τέλος (προσωπικά ομολογώ ότι ποτέ δεν το κατάφερα!). Ενίοτε η βραδύτητα της ανάγνωσης και η αγκίστρωση στις γραμμές είναι απαραίτητος όρος για τη στοιχειώδη πρόσληψη του κειμένου. Στη βιογραφία του για το Heidegger ο Steiner περιγράφει την πρώτη του επαφή ως φοιτητή με το Είναι και Χρόνος: «Εκείνο το απόγευμα δοκίμασα την πρώτη παράγραφο του Sein und Zeit. Δεν κατάφερα να συλλάβω ούτε καν την πιο σύντομη, την εκ πρώτης όψεως πιο στρωτή πρόταση. Ο στρόβιλος όμως γύριζε, η ανεξάρτητη νύξη ενός κόσμου που το βάθος του ήταν για μένα νέο. Ορκίστηκα να προσπαθήσω ξανά και ξανά». Μπορώ να καταθέσω κάτι ανάλογο για την Ηθική του Σπινόζα. Πίσω από τα συνθηματικά και φαινομενικά κατανοητά σπινοζικά θεωρήματα κρύβονται επάλληλοι μαθηματικής ακρίβειας συλλογισμοί, για τους οποίους θα μπορούσαν να χυθούν τόνοι μελάνης. Για το Jacques Bonnet (Βιβλιοθήκες γεμάτες φαντάσματα) «το αποκορύφωμα της δυσαναλογίας ανάμεσα στο χρόνο που δαπανάς στη μελέτη ενός κειμένου και στο μέγεθός του είναι αναμφίβολα να κάνεις μια εργασία για το διάσημο μονόστιχο του Apollinaire: ‘Και το μοναδικό σκοινί των ναυτικών σαλπίγγων!’».  Ο Roland Barthes (Η απόλαυση του κειμένου) είναι πεπεισμένος ότι η αργή ανάγνωση αρμόζει ιδίως στα κείμενα μοντέρνας τεχνοτροπίας και απευθύνεται στον ιδανικό αναγνώστη: «να μην καταβοχθίζεις, να μην καταπίνεις, αλλά να βοσκάς, να ψιλολογείς σχολαστικά, να ξανάβρεις, για να διαβάσεις τους σημερινούς συγγραφείς, την άνεση των παλιών διαβασμάτων: να είσαι αριστοκράτης αναγνώστης».

Πόσοι μπορούν στις μέρες μας να πειθαρχήσουν σε αυτή την προτροπή; Αν κάποτε εχθρός της βραδύτητας ήταν η έμφυτη αναγνωστική βουλιμία, σήμερα η σιωπή και η απόλυτη συγκέντρωση, όροι απαραίτητοι για τη γόνιμη δεξίωση του κειμένου, υπονομεύονται από πλήθος εξωτερικά ερεθίσματα. Ο δημόσιος χώρος επεκτείνεται ραγδαία στα όρια του ιδιωτικού δοκιμάζοντας το καθεστώς εθελούσιας απομόνωσης του αναγνώστη. Ο ήχος του κινητού μπορεί ανά πάσα στιγμή να διακόψει τον ειρμό της νοητικής επεξεργασίας του κειμένου, ενώ το δάχτυλο πηγαίνει ασυναίσθητα στο ποντίκι του υπολογιστή για να κάνει refresh στην ανοιχτή σελίδα του facebook. Η ολοκληρωτική παράδοση στον κόσμο του κειμένου μετατίθεται συνεχώς στο χρόνο, καθώς η απάντηση σε ένα επείγον mail ή sms δε σηκώνει αναβολή. Η ώσμωση, από την άλλη, του ελεύθερου χρόνου με το χρόνο εργασίας, όπως χαρακτηριστικά ενσαρκώνεται στις νέες μορφές απασχόλησης (κυλιόμενο ωράριο, ετοιμότητα εργασίας), θέτει υπό ερώτηση την ίδια τη δυνατότητα της αναγνωστικής μόνωσης. Υπό αυτές τις συνθήκες, το πρόγραμμα του βιβλιοφάγου Ντελγάδο από το Χάρτινο Σπίτι του Carlos María Domínguez, ενδέχεται να ανακαλεί στο άμεσο μέλλον την εικόνα ενός ιδιόρρυθμου «αναγνωστικού αναχωρητισμού»: «Εργάζομαι από τις οχτώ το πρωί ως τις πέντε το απόγευμα σε μια θέση με πολλές ευθύνες. Ανυπομονώ όμως να έρθει η ώρα να μπω εδώ μέσα. Στη σπηλιά μου, ας μου επιτραπεί η έκφραση, όπου περνάω μερικές ευτυχισμένες ώρες μέχρι τις δέκα, οπότε συνήθως ανεβαίνω για το δείπνο». Υπάρχουν εδώ δύο στοιχεία που σταδιακά φαίνεται να εκλείπουν. Αφενός το απαρέγκλιτο καθημερινό πρόγραμμα συστηματικής ανάγνωσης, που σε μεγάλο βαθμό συμβαδίζει με το σταθερό εργασιακό ωράριο∙ αφετέρου η αίσθηση ουσιαστικής απομόνωσης που υπόκειται στη λέξη «σπηλιά». Στην Αυτοβιογραφία του ο  R.G. Collingwood μεταδίδει κάτι από αυτή την αίσθηση, όταν περιγράφει τα μανιώδη νεανικά διαβάσματά του στην Οξφόρδη. «Η εμποδισμένη τόσο καιρό λαχτάρα μου για γνώση ήταν τώρα σχεδόν νοσηρή. Δεν μπορούσα να σκεφτώ τίποτε άλλο. Κουρνιάζοντας ψηλά στον πύργο μου στον κήπο της εσωτερικής αυλής του Πανεπιστημιακού Κολλεγίου, διάβαζα όλη μέρα και το μεγαλύτερο μέρος της νύχτας. Όλη την καλή και ανέμελη κοινωνική ζωή που εκτυλισσόταν γύρω μου την έκανα στην μπάντα».

Μίλησα πριν για την έμφυτη αναγνωστική βουλιμία που τείνει να επιταχύνει το χρόνο της ανάγνωσης. Η ακόρεστη περιέργεια του αναγνώστη αναζητά ποικίλα πληροφοριακά ερεθίσματα και εφορμά ακανόνιστα και απροετοίμαστα στον επόμενο στόχο. «Αποτέλεσμα: ο καταιγισμός των γενικών γνώσεων και των περιφερειακών πληροφοριών καταργεί προοδευτικά τη χωρητικότητα του αποδέκτη. Από ένα σημείο και πέρα τα εισερχόμενα δεν βρίσκουν τις αρμόδιες υποδοχές τους, ο μηχανισμός της κρίσης παθαίνει συμφόρηση, η μανία συλλογής αποβαίνει σε βάρος του συλλογισμού, η ενημέρωση γίνεται αυτοσκοπός και καταλήγει σε φορτικό ναρκισσισμό» (Δ. Ν. Μαρωνίτης, Η παθολογία του αναγνώστη). Θα πρέπει να είναι στο Από την οδό Ρήνου στην Ες Στράσε που ο Νίκος Δήμου εξηγεί πώς η απόφασή του να μεταβεί για σπουδές φιλοσοφίας στο Μόναχο ήταν το αντίδοτο στην άναρχη αναγνωστική μανία του. Το αχαλίνωτο πάθος για ανάγνωση έπρεπε να πειθαρχήσει στις δομές της συστηματοποιημένης φιλοσοφικής σκέψης.

Στη σύγχρονη κοινωνία της πληροφορίας που οποιαδήποτε γνώση μπορεί να διασταυρωθεί σε χρόνο ρεκόρ στις λεωφόρους του κυβερνοχώρου, ίσως ο αναγνώστης συμφιλιωθεί ξανά με την πρωτογενή απόλαυση που συνιστά η αργή ανάγνωση του κειμένου. Διότι «ο βαθμός της βραδύτητας είναι ευθέως ανάλογος με την ένταση της μνήμης∙ ο βαθμός της ταχύτητας είναι ευθέως ανάλογος με την ένταση της λήθης» (Κούντερα, Η βραδύτητα).

Πρώτη δημοσίευση: toparathyro.com