Dum Spectas Fugio (O Τριστάνο πεθαίνει – Μια ζωή)

Του Γιάννη Αποστόλογλου

Πηγή δημιουργικότητας και έμπνευσης, αποτελούσαν για την ανθρωπότητα πάντα κάποιες αιώνιες αγωνίες όπως ο έρωτας και ο θάνατος, έννοιες κυρίαρχες, συγγενείς και αντιθετικές συγχρόνως.

Ο φόβος και η βεβαιότητα του θανάτου, έχουν διαμορφώσει ολόκληρες φιλοσοφικές σχολές από την αρχαιότητα ακόμα, που κάθε μια απο αυτές προτείνει και μια διαφορετική στάση ζωής. Από την άλλη μεριά, ο έρωτας, έχει αποτελέσει και συνεχίζει να αποτελεί το βασικότερο εφαλτήριο δημιουργίας για κάθε μορφή καλλιτεχνικής έκφρασης.

Ο έρωτας και ο θρίαμβος της ζωής που πηγάζει απ’ αυτόν, αντιτάσσεται στο φόβο και το ενδεχόμενο του θανάτου, λες και επιδιώκει να τον εξορκίσει.

Το θέμα απασχόλησε και τον Sigmund Freud, ο οποίος  διατύπωσε τη θεωρία του για το δίπολο αυτό. Ο Freud,έλεγε ότι η ζωή κυβερνάται από δύο αντίθετες δυνάμεις το σεξουαλικό ένστικτο (libido) και το ένστικτο του οριστικού χαμού. Ο Θάνατος παλεύει με τον Έρωτα, που είναι η ορμή για τη ζωή.

Οι ιδέες και οι προβληματισμοί του Freud,επηρέασαν και τον André Breton,o οποίος θίγει το θέμα του θανάτου σημειώνοντας (μέσα στο πλαίσιο του σουρεαλισμού) ότι «…Ο Σουρεαλισμός θα σας εισάγει στο θάνατο,που είναι μια μυστική εταιρία. Θα σας φορέσει το γάντι, θάβοντας εκεί το Μ από το οποίο αρχίζει η λέξη Μνήμη…».

Oι Μνήμες λοιπόν είναι και το δομικό στοιχείο και τα θεμέλια του βιβλίου του Αντόνιο Ταμπούκι, “ Ο Τριστάνο πεθαίνει – Μια ζωή”  Εκδόσεις Άγρα, και σε μετάφραση του Ανταίου Χρυσοστομίδη.

Ένας ετοιμοθάνατος άνδρας, στον ύστατο σταθμό της ζωής του, στο κρεβάτι των τελευταίων στιγμών, συντροφιά με έναν συγγραφέα ωσεί παρόντα, τον οποίο προσκαλεί για να καταγράψει τα γεγονότα της ζωής του, σε ένα δωμάτιο πλημμυρισμένο από τις μυρωδιές φαρμάκων, της μορφίνης και της γάγγραινας, των αναμνήσεων, των παραισθήσεων, και το απεγνωσμένο βούισμα μιας αλογόμυγας. Ο Τριστάνο διηγείται και ο συγγραφέας καταγράφει.

Διήγηση δύσκολη, σχεδόν παραληρηματική, χειμαρρώδης, ανάκατες αναμνήσεις με ψήγματα φιλοσοφίας, που δυσκολεύει τον αναγνώστη στις πρώτες σελίδες. Ονειρικό παραλήρημα, χωρίς ξεκάθαρο διαχωρισμό μεταξύ του παρόντος και παρελθόντος. Αναμνήσεις ονείρων ή όνειρα αναμνήσεων;

Μερικές φορές οι αναμνήσεις μοιάζουν να είναι φτιαγμένες από ζελέ, γίνονται γλοιώδεις, κολλάνε η μια στην άλλη και λιώνουν […] Πρέπει να αρχίσω με ένα γεγονός…Κάποιος κάνει κάτι , και από αυτό το κάτι που κάνει καθορίζει τον ρου της ζωής του, αλλά η πράξη του είναι δύσκολο να γεννήθηκε σαν από θαύμα, υπήρχε ήδη μέσα του, και ποιος ξέρει πως να άρχισε…”

Κατεχόμενη Αθήνα, Πλάκα, ο Τριστάνο στρατιώτης, ένα αγόρι φορώντας στρατιωτικό παλτό, με το ποδηλατάκι του, να σφυρίζει ρυθμούς αντάρτικων τραγουδιών πηγαίνοντας για το συσσίτιο , και ο φασισμός να απαντά με τον μοναδικό τρόπο που γνωρίζει: την βία και το μυδράλιο… Το αίμα πλημμυρίζει το γκρίζο πλακόστρωτο, κυλώντας στις πλάκες του πεζοδρομίου και ζητώντας εκδίκηση… Μια γριά μαινάδα βγαλμένη λες και από αρχαία τραγωδία.. διπλό φονικό και η φωνή της συνείδησης του Τριστάνο ενεργοποιείται, τα γρανάζια αρχίζουν να γυρνούν αυτόματα καθώς οι Ερινύες της τραγωδίας ήρθε η στιγμή να δράσουν.

…Στην ζωή, το μόνο που έχει να κάνει κανείς είναι να ακολουθεί τους ανέμους…”

Οι άνεμοι τον οδηγούν στην Ιταλία και την Ισπανία με τη συμμετοχή του στο αντάρτικο, και τον αποβιβάζουν οριστικά στην Ιταλία της δεκαετίας του 1970. Και ανάμεσα σε όλα αυτά ο μεγάλος του έρωτας με την Αθηναία Δάφνη, αλλά και ο δεύτερος μεγάλος σταθμός της ζωής του, μια Αμερικανίδα Μαίριλυν την οποία αποκαλεί Ροζαμούντα.

Βιβλίο που μοσχοβολάει Μεσόγειο, επανάσταση, Σούμπερτ και Χέμινγουεϊ, αντάρτικο, προδοσία αλλά και αμφιβολία. Όπως χαρακτηριστικά λέει ο Τριστάνο στον συγγραφέα, ο οποίος παθητικά ακούει την εξιστόρηση του Τριστάνο χωρίς να συμμετέχει ενεργά σε κανένα σημείο του βιβλίου:

…όταν νικιέται το τέρας και στους νικητές δεν πιστεύεις πια, δεν μένει παρά να πιστεύεις στα όνειρά σου…”

Μέσα απο τις σελίδες του βιβλίου του, ο Ταμπούκι εκδηλώνει και τα αισθήματά του απέναντι στον Μπερλουσκόνι, τον οποίον κατονομάζει στο βιβλίο του με τον οχι και τόσο τιμητικό τίτλο «Χατζηπαπάρα».

Όπως σημειώνει ο μεταφραστής του συνόλου των έργων του, Ανταίος Χρυσοστομίδης στο Βήμα (27/03/2012) για τον Αντόνιο Ταμπούκι

«Η λογοτεχνία του είναι χαμηλών τόνων, αλλά η προσωπικότητά του ήταν υψηλών τόνων, του άρεσε ο καβγάς, υπερηφανευόταν ότι ήταν απόγονος αναρχικών καβγατζήδων παππούδων που τα έβαλαν με το καθεστώς του Μουσολίνι. Ο ίδιος τα είχε βάλει με την κυβέρνηση Μπερλουσκόνι. “Από τον Μπερλουσκόνι γλιτώσαμε, από τον μπερλουσκονισμό να δούμε πότε θα απαλλαγούμε” μου έλεγε σε κατ’ιδίαν συζητήσεις»

Στην ίδια συνέντευξη, ο Χρυσοστομίδης τονίζει πως αυτό το βιβλίο ήταν που τυράννησε τον Αντόνιο Ταμπούκι περισσότερο από όλα τα υπόλοιπα.

« Είχαμε συμφωνήσει ότι ήταν ένα φιλόδοξο βιβλίο που δεν ήταν τόσο ολοκληρωμένο όσο θα ήθελε και, ίσως επειδή ήταν ανολοκλήρωτο, ίσως επειδή τον είχε βασανίσει περισσότερο από άλλα, το διέκρινε από τα υπόλοιπα» λέει για το βιβλίο που φιλοδόξησε να κλείσει μέσα του τη νεότερη ιταλική Ιστορία και να στηλιτεύσει τον «Χατζηπαπάρα»-Μπερλουσκόνι. «Ήταν και μια ελεγεία στον θάνατο και ο Ταμπούκι είχε έντονη την αίσθηση της ζωής και του θανάτου.»

Δείγμα της κλάσης και της τεχνικής ενός συγγραφέα είναι να μπορεί να ενώνει κομμάτια που μπορεί να μην συνδέονται και να μην σχετίζονται άμεσα μεταξύ τους, και να φτιάχνει μια φιγούρα λογική εκεί που υπάρχει το χάος.

Έτσι έπραξε και ο Αντόνιο Ταμπούκι, μέσα από το χάος των αναμνήσεων του Τριστάνο, μας παρουσίασε όσο πιο παραστατικά γίνεται τον ήρωά του αλλά και μια ολόκληρη εποχή.

(Τέλος, επειδή πρέπει να τα λέμε και αυτά, η τιμή αγοράς του βιβλίου ήταν 2,5 ευρώ απο το τμήμα προσφορών του βιβλιοπωλείου «Γιάφκα» στη Θεσσαλονίκη.)

Advertisements

Οι φυλές των βιβλιοπωλείων

reading-in-the-bookstore1

Του Γιάννη Αποστόλογλου

H αλήθεια είναι πως πάντα προτιμούσα τα μικρά βιβλιοπωλεία, αυτά στα οποία μπορείς να αποκτήσεις μια οικειότητα με τον ιδιοκτήτη, βιβλιοπωλεία με επιλεγμένους τύπους και είδη βιβλίων στις προθήκες τους, που εκπέμπουν μια ζεστασιά, από τις μεγάλες αλυσίδες πολυβιβλιοπωλείων, κρύα και απρόσωπα, τα οποία θυμίζουν κάτι από super-market, με τις ενοικιαζόμενες θέσεις στις βιτρίνες, τις ουρές στα ταμεία, με την επιτηδευμένη και ψεύτικη ευγένεια των υπαλλήλων (που πολλές φορές όλοι μας έτυχε να έρθουμε αντιμέτωποι με την ασχετοσύνη τους). Βέβαια, κάποιες φορές έχω επισκεφθεί αυτές τις αλυσίδες, καθώς, λόγω της οικονομικής κρίσης, εκμεταλλεύομαι τις ευκαιρίες που προσφέρουν, αφού έχουν την δυνατότητα να προσφέρουν αξιόλογα βιβλία πραγματικά σε πολύ καλές τιμές. Όπως σημειώνει ο Γιάννης Μπασκόζος στο Βήμα (15/07/2012):

«Ποιος είναι λοιπόν ο βιβλιοπώλης σήμερα; Ο ορισμός του βιβλιοπωλείου όπως διατυπώθηκε στην Εγκυκλοπαίδεια των Ντ’ Aλαμπέρ και Ντιντερό αναφέρει: «Το βιβλιοπωλείο, στο είδος του εμπορίου που υπηρετεί, είναι ευυπόληπτο εφόσον αυτός που το λειτουργεί διαθέτει την ευφυΐα και τα φώτα που απαιτούνται. Αυτό το επάγγελμα θα πρέπει να θεωρείται ως ένα από τα πιο ευγενή και διακεκριμένα».Είναι έτσι στην Ελλάδα; Σύμφωνα με τη μελέτη, μετά το 2000 είχαμε αλλαγή παραδείγματος με τη συρρίκνωση των παραδοσιακών βιβλιοπωλείων και την εμφάνιση των μεγάλων αλυσίδων και του Internet.»

Έτσι, δυστυχώς πολλά από τα παραδοσιακά αυτά βιβλιοπωλεία οδηγούνται σε συρρίκνωση λόγω των συνθηκών που βιώνουμε στην Ελλάδα του 2013. Μεγάλο θέμα που σηκώνει αρκετή κουβέντα.

Σε μια λοιπόν από τις εξορμήσεις μου, την βροχερή παραμονή πρωτοχρονιάς του 2013, βρέθηκα σε ένα τέτοιο μεγάλο βιβλιοπωλείο, γνωστής αλυσίδας, για τις χριστουγεννιάτικες αγορές και για την αγορά δώρων για τα αγαπημένα πρόσωπα.

Το βιβλιοπωλείο γεμάτο και, μετά το τέλος των αγορών μου, προσπάθησα να κάνω μια ανθρωπογραφία των πελατών του βιβλιοπωλείου, να τους ψυχολογήσω με βάση την συμπεριφορά τους και τις αγορές τους, να τους κατατάξω σε κατηγορίες, όσο αυτό ήταν εφικτό, πιο πολύ για πλάκα και επίσης γιατί είχα πολύ ελεύθερο χρόνο.

Πολλοί ήταν αυτοί που απλά μπήκαν μέσα στο κατάστημα απλά για να προφυλαχθούν απο την απρόσμενη νεροποντή, οι αδιάφοροι-περαστικοί, (όπως ο ήρωας της νουβέλας του Γιάννη Ξανθούλη «Χρήστος Κοντοχρήστος»). Τους έβλεπες σαν χαμένους να περιφέρονται στους διαδρόμους χωρίς κάποιο σκοπό, φορτωμένοι με σακούλες με ρούχα και άλλα πρωτοχρονιάτικα δωράκια,  ίσως μόνο για να κεραστούν τα μελομακάρονα και τους κουραμπιέδες που προσέφερε στους πελάτες του ο μεγαλοβιβλιοπώλης. Δεν ξέρω αν ήταν τυχαίο, οι περισσότεροι απο αυτούς έδειχναν έντονο ενδιαφέρον για τσελεμεντέδες, βιβλία μαγειρικής και συνταγών.

Ένα άλλο είδος, οι μοδάτοι, είναι αυτοί που πηγαίνουν σε κάποιο βιβλιοπωλείο λόγω της μόδας. Συνήθως προτιμούν τα best-sellers, τα βιβλία που είναι στην κορυφή της λίστας με τα ευπώλητα, κάποιο βιβλίο του οποίου είδαν την μεταφορά σε κάποια χολυγουντιανή ταινία, βιβλία με θέμα την οικονομική κρίση που έχουν εκδοθεί με το τσουβάλι τα τελευταία χρόνια, ή βιβλία συγγραφέων οι οποίοι απεβίωσαν πρόσφατα και απλά έτυχε να ακούσουν τους γνωστούς επικήδειους από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, άσχετα αν όσο ζούσε ο δημιουργός ούτε τον είχαν ακουστά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα μεσήλικες κυρίες με τις «50 αποχρώσεις του γκρι» στην αγκαλιά ή με τα μυθιστορήματα του “πολύ” Dan Brown, του Μίσσιου και του Μάτεσι. Δεν έχασαν φυσικά την ευκαιρία οι έμποροι, και έβγαλαν τα βιβλία τους από τα πίσω ράφια μπροστά – μπροστά. Κάτι που με έκανε να νιώσω μεγάλη απογοήτευση ως άνθρωπος, καθώς απεχθάνομαι την εκμετάλλευση του θανάτου ενός ανθρώπου από τρίτους με σκοπό το κέρδος. Αυτοί οι άνθρωποι, οι “μοδάτοι”, δεν διαλέγουν οι ίδιοι τα βιβλία τους, αλλά τα βιβλία και ο εκδότης διαλέγει αυτούς.

Είδα επίσης πολλά νέα παιδιά, συνεσταλμένους εφήβους, “φερέλπιδες νέους”, να προσπαθούν να επιλέξουν ποια από τα βιβλία τα οποία είχαν στην αγκαλιά τους θα αγοράσουν λόγω του περιορισμένου χαρτζιλικιού τους, να ρωτάνε τους υπαλλήλους αν υπήρχε κάποιο βιβλίο το οποίο έψαχναν, σχεδόν ένοχοι που τον ενοχλούσαν. Επίσης φοιτητές και φοιτήτριες οι οποίοι είμαι σίγουρος πως έκαναν θυσίες στην προσωπική τους ζωή, έκοψαν κάποιες απολαύσεις για να αγοράσουν κάποιο βιβλίο, και το καταλαβαίνεις από τον τρόπο που αγγίζουν το βιβλίο, σαν ερωτευμένοι με αυτό, σαν να αποτελεί το αντικείμενο του πόθου τους ή κάποιο αγαπημένο τους πρόσωπο.

Πολλοί ήταν αυτοί που οι αγορές τους προορίζονταν αποκλειστικά για δώρα. Μεγάλη εντύπωση μου προκάλεσε πως πολλοί από αυτούς αγόραζαν για διαφορετικούς ανθρώπους το ίδιο βιβλίο, χωρίς να βασανιστούν στο ψάξιμο, για να αγοράσουν για τον κάθε ένα φίλο τους ξεχωριστά κάποιο βιβλίο που θα ταίριαζε με τα γούστα και την προσωπικότητα του δωρολήπτη. Πραγματικά από αγγαρεία, ως γνήσιοι “δημοσιοσχετίστες”. Τουλάχιστον έκαναν δώρα βιβλία!

Επίσης, μια πολύ μικρότερη κατηγορία,  η οποία όμως είμαι σίγουρος πως υπάρχει (γιατί αποτέλεσα και εγώ μέλος αυτής της κατηγορίας στο παρελθόν), αποτελείται απο νεαρούς, οι οποίοι περνούν την περισσότερη ώρα τους στον διάδρομο με τα βιβλία ποίησης και κλασσικής λογοτεχνίας. Οι εν λόγω πελάτες δεν έχουν κάποιο πραγματικό ενδιαφέρον για το αντικείμενο αλλά η κύρια αιτία για την παρουσία τους εκεί είναι πως έχουν στο στόχαστρο κάποια φοιτήτρια της φιλολογίας ή της φιλοσοφικής και προσπαθούν να διεισδύσουν στον κόσμο της.

Επίσης, είναι εκείνοι οι άνθρωποι που τους ονόμασα “μονογαμικούς της ανάγνωσης”. Συνήθως οι αγορές τους αφορούν μόνο έναν συγκεκριμένο συγγραφέα, τον οποίον διαβάζουν τελευταία (πχ αποκλειστικά Ντοστογιέφσκι, αποκλειστικά Καμύ κ.ο.κ) ή αποκλειστικά μόνο ένα είδος βιβλίων, καθώς επιλέγουν αποκλειστικά ποίηση, ή αποκλειστικά βιβλία εκλαϊκευμένης επιστήμης ή πολιτικής. Παραδέχομαι πάντως πως οι πιο φανατικοί αυτού του είδους είναι οι αναγνώστες επιστημονικής φαντασίας.

Και για τελευταία άφησα την πιο ενδιαφέρουσα κατηγορία, αυτούς τους ανθρώπους που δεν στέκονται στην βιτρίνα αλλά είναι πραγματικά λαγωνικά των βιβλιοπωλείων που μπορούν να ξετρυπώσουν πραγματικά διαμαντάκια. Ξοδεύουν βασανιστικές ώρες χωρίς να κουράζονται στους διαδρόμους και είναι υπηρέτες της τέχνης της ανάγνωσης (όπως την ορίζει στο έξοχο δοκίμιό του «Η τέχνη της ανάγνωσης» ο Σωτήρης Τριβιζάς). Άνθρωποι οι οποίοι έχουν κάνει τα βιβλιοπωλεία, και ιδιαίτερα τα σκονισμένα και παραγκωνισμένα ράφια αυτών, κάτι σαν δεύτερο σπίτι τους. Διαλέγουν οι ίδιοι τα βιβλία τους και όχι τα βιβλία αυτούς.

Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Σωτήρης Τριβιζάς για αυτούς τους αναγνώστες:

«Ξέρει καλά πως κάτω απ’ τη σκόνη, μέσα στην αδιαφορία και την εγκατάλειψη, περιμένουν οι πραγματικοί θησαυροί, όπως τα εκλεκτά κρασιά που παλαιώνουν στην κάβα. Εκεί αφήνει το μάτι του να πλανηθεί σε τίτλους, ονόματα συγγραφέων, λέξεις και χρώματα. Όταν κάποιο βιβλίο τραβήξει την προσοχή του, το κατεβάζει απ’ το ράφι και το ξεφυλλίζει με ανυπόμονα χέρια. Διαβάζει το οπισθόφυλλο, το βιογραφικό σημείωμα του συγγραφέα, κάποιες τυχαίες περικοπές. Ο αναγνώστης προσέχει ακόμα τα τυπογραφικά στοιχεία, την εικόνα και το στήσιμο του εξωφύλλου, την ποιότητα του χαρτιού. Μερικοί αναγνώστες συνηθίζουν να βυθίζουν τη μύτη τους μέσα στις σελίδες ενός βιβλίου και ν’ απολαμβάνουν το άρωμα της τυπωμένης μελάνης. Μολονότι αυτό γίνεται συνήθως στα κρυφά, πρέπει να σημειώσουμε ότι αποτελεί μία καθ’ όλα νόμιμη πράξη. Το βιβλίο απευθύνεται σε όλες τις αισθήσεις μας, κι αυτό είναι κάτι που το ξέρει καλά ο αναγνώστης.»

Αυτές είναι οι κατηγορίες έτσι όπως τις έφτιαξα εγώ στο μυαλό μου, εκείνο το απόγευμα. Μπορεί να μην ισχύουν απόλυτα, πάντως ήταν μια πολύ ευχάριστη εμπειρία το να παρατηρείς τις συμπεριφορές των ανθρώπων σε ένα χώρο όπως το βιβλιοπωλείο. Και νιώθω πολύ υπερήφανος που σε διάφορα στάδια της ζωής μου έχω περάσει σχεδόν από όλες αυτές!