Ρωγμές στο αμερικανικό όνειρο (Τζον Τσίβερ, Ο κολυμβητής)

Του Στράτου Αμπατζή

521732_268292829919198_1475841938_n

Είναι λίγοι οι διηγηματογράφοι που στα χέρια τους καταξιώνεται η μικρή φόρμα: η πύκνωση της πλοκής και η κλιμάκωση της αφηγηματικής έντασης απαιτούν σπάνια δεξιοτεχνία∙ η αγωνία για το τέχνασμα που θα απογειώσει την ιστορία μπορεί εύκολα να καταλήξει στην άγονη μανιέρα και την εκζήτηση∙ η χρυσή δοσολογία ανάμεσα στην εξωτερική δράση και την εσωτερική περιπλάνηση, είναι το ζητούμενο που θα οδηγήσει στην τελική κορύφωση.
Στα διηγήματα του Τζον Τσίβερ – ντρέπομαι να ομολογήσω ότι δεν τον γνώριζα – ξαναβρίσκει κανείς την ποιότητα του παλιού καλού διηγήματος: τις λεπτές ψυχολογικές περιγραφές και τα ηθικά διλήμματα της πρόζας του Χέμινγουεη, την τάση του Τσέχοφ να συμπυκνώνει σε φαινομενικά ασήμαντα καθημερινά επεισόδια προβληματισμούς που διεκδικούν καθολική σημασία. Μόνο που η διαπραγμάτευση του υλικού γίνεται με έναν υπόγεια, ενίοτε δε και φανερά, χιουμοριστικό τρόπο. Συχνά μάλιστα ο Τσίβερ φαίνεται να σαρκάζει και να ειρωνεύεται τους ήρωές του. Η άψογη ανάμειξη της τριτοπρόσωπης αφήγησης με την οπτική του πρωταγωνιστή θολώνει τα νερά, καθώς ο αναγνώστης νιώθει διαρκώς παγιδευμένος ανάμεσα στην πραγματικότητα που ζει ο ήρωας και τη μυθοπλασία που σε δεύτερο χρόνο κατασκευάζει ο αφηγητής.
«Ο κολυμβητής» είναι μια αριστοτεχνική εφαρμογή αυτού ακριβώς του παιχνιδιού. Ο αφηγητής αναλαμβάνει εδώ να οικειοποιηθεί ολοκληρωτικά την οπτική του πρωταγωνιστή∙ δεν είναι παρά μόνο ο αναγκαίος ενδιάμεσος για να φτάσει η ιστορία στα αυτιά του αναγνώστη. Όταν προς το τέλος, που πυκνώνουν τα σημεία επαφής με την εξωτερική πραγματικότητα, αποκαλύπτεται ότι η ιστορία βασιζόταν σε μια ουσιώδη ψευδαίσθηση, ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται ότι όσα δήθεν αντικειμενικά και αμερόληπτα παρουσίαζε ο αφηγητής ήταν μόνο η αφιλτράριστη πραγματικότητα του ήρωα. Ιδού πώς έχουν ακριβώς τα πράγματα.
Ο ήρωας Νέντι Μέριλ αποφασίζει ένα όμορφο καλοκαιρινό πρωινό να διασχίσει ολόκληρη την περιοχή όπου μένει, μέχρι να φτάσει στο σπίτι του, αλλά με έναν εξαιρετικά παράδοξο τρόπο: επιλέγει να κολυμπήσει σε όλες τις πισίνες, δημόσιες και ιδιωτικές, που βρίσκονται στο δρόμο του. Η απόφαση αυτή αιτιολογείται αρχικά αρκετά ανάλαφρα: «Η μέρα ήταν υπέροχη και του φάνηκε ότι μ’ ένα γερό κολύμπι θα παρέτεινε και θα γιόρταζε την ομορφιά της». Το παράτολμο εγχείρημα συνοδεύεται με τις επευφημίες και τους εναγκαλισμούς των πρώτων γειτόνων και το λαμπρό καλοκαιρινό καιρό. Ωστόσο, καθώς το ταξίδι συνεχίζεται, τα πράγματα σταδιακά μεταστρέφονται. Βροχή και αέρας είναι τα πρώτα εχθρικά σημάδια του καιρού που αλλάζει, η στάση των γειτόνων γίνεται ψυχρή και περιπαικτική, ο ίδιος ο Μέριλ νιώθει τις δυνάμεις του να τον εγκαταλείπουν. Οι νύξεις, στο μεταξύ, των γειτόνων για τα οικογενειακά δεινά του Μέριλ είναι η μοναδική παραφωνία που υποσκάπτει τη ζωτική του ψευδαίσθηση. Ο αφηγητής σε όλο αυτό το διάστημα φροντίζει να λειτουργεί σαν αχυράνθρωπος που διαμεσολαβεί την αλήθεια του ήρωα δανειζόμενος τη δική του φωνή: Μόνο στην καταληκτική παράγραφο του διηγήματος βεβαιωνόμαστε ότι η ειδυλλιακή εικόνα της έναρξης ήταν η διαθλασμένη μέσα από τη διαταραγμένη ματιά του Μέριλ πρόσληψη του κόσμου. Το σπίτι του μαθαίνουμε ότι είναι άδειο. Η γυναίκα του και τα παιδιά του θα πρέπει να τον έχουν εγκαταλείψει. Το διήγημα διαβάζεται, έτσι, από την προοπτική του τέλους του, ως ένα επώδυνο ταξίδι στην αυτογνωσία. Ταυτόχρονα, ωστόσο, είναι και ένα σχόλιο στην αστική αποξένωση και στην ανία της σύγχρονης ζωής. Οι πισίνες και τα κοκτέιλ πάρτυ στις εξοχικές αυλές είναι τα σύμβολα της απουσίας νοήματος στους κόλπους της ανώτερης αστικής τάξης.
Η επιφανειακή ευτυχία που ταράζεται από υπόγεια κύματα απρόβλεπτων εντάσεων είναι το κοινό στοιχείο που μοιράζονται τα περισσότερα διηγήματα του Τσίβερ. Στο έξοχο «Μονάχα πες μου ποιος ήταν» ο αυτοδημιούργητος και γεμάτος αυτοπεποίθηση Γουίλ Πριμ, νοσηρά προσκολλημένος στη γυναίκα του Μαρία, χάνει τον ύπνο του όταν του φυτεύονται υπόνοιες ότι μπορεί να τον απατά. Η λύση δίνεται όταν ο Πριμ εκτονώνει την οργή του στον ύποπτο για τη μοιχεία Χένρι Μπάλστροουντ κι επιστρέφει ανακουφισμένος στο αντικείμενο της λατρείας του. Ο Τσίβερ φαίνεται να καγχάζει από μια μεριά όταν λέει για τον ήρωά του: «Και σήμερα το απόγευμα θα της έπαιρνε ένα δώρο σαν δείγμα της αγάπης και της συγχώρεσής του. Θα της έπαιρνε μαργαριτάρια ή χρυσό ή ζαφείρια – κάτι ακριβό. Σμαράγδια ίσως. Κάτι που κανένας νεαρός δεν θα είχε την οικονομική δυνατότητα να αγοράσει». Οι ανεπίλυτες προσωπικές εκκρεμότητες θάβονται κάτω από την πλαστή συνθήκη της ευμάρειας και η ερωτική πίστη καθίσταται αντικείμενο εξαγοράς. Η ειρωνεία συνίσταται ακριβώς στο ότι η δήθεν υπέρβαση του προβλήματος είναι η ίδια η μήτρα που το γεννάει: το κενό στη συζυγική επικοινωνία δεν καλύπτεται με δώρα και εκδουλεύσεις.
Να μη νομιστεί, ωστόσο, ότι ο Τσίβερ συντρίβει τους ήρωές του στα βράχια της σκληρής ηθικολογικής καταγγελίας. Το σχόλιό του είναι διακριτικά ειρωνικό και πασπαλίζεται με την αύρα ενός αδιαπραγμάτευτου ανθρωπισμού. Η διεισδυτική ματιά στην υποκριτική κοινωνική ζωή των αμερικανικών προαστίων μπλέκεται με αισθήματα κατανόησης και συγκατάβασης σε ένα αξεδιάλυτο πλέγμα αμφιθυμίας, όπως αυτό που εικονογραφείται έξοχα στο διήγημα «Τα Χριστούγεννα είναι μια μελαγχολική περίοδος για τους φτωχούς». Ο μοναχικός Τσάρλι, ένας χειριστής ασανσέρ στη Νέα Υόρκη, ανακαλύπτει έκπληκτος την ανθρωπιά των ενοίκων της πολυκατοικίας του, που έσπευσαν το βράδυ των Χριστουγέννων να τον φιλοδωρήσουν με φαγητό και ευχές. Στην πορεία, ωστόσο, αποκαλύπτεται ότι η ανθρωπιά αυτή μπορεί να ελαύνεται και από ταπεινότερα κίνητρα: μια κίνηση γενναιοδωρίας βασίζεται σε μια υποκείμενη σχέση εξουσίας, όπου αυτός που δίνει αισθάνεται ότι επικρατεί ως ανώτερος απέναντι στον αδύναμο που παίρνει. Μια ιστορία που θα μπορούσε εύκολα να διολισθήσει σε μελό επενδύεται με έναν προβληματισμό ηθικής τάξης.
Ο Κωστής Καλογρούλης, που υπογράφει την προσεγμένη μετάφραση, έχει αναμετρηθεί στο παρελθόν με επιτυχία και με τον έτερο σπουδαίο Αμερικανό Έρνεστ Χέμινγουεη. Πρέπει, όμως, να του πιστωθεί και το κατατοπιστικότατο εισαγωγικό σημείωμα της συλλογής, πολύτιμος οδηγός για έναν μεγάλο και άγνωστο στα καθ’ ημάς συγγραφέα.

Advertisements

3 comments on “Ρωγμές στο αμερικανικό όνειρο (Τζον Τσίβερ, Ο κολυμβητής)

  1. Ο/Η kovovoltes λέει:

    Εξαιρετικό φαίνεται…Ιδιαιίτερα ενδιαφέρον αναμφίβολα…Απο ποιές εκδόσεις κυκλοφορεί?

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s