Rock σελίδες

1376476_607182622666163_1173380841_n

Του Γιάννη Αποστόλογλου

Όλοι όσοι παρακολουθούν την μακρόχρονη μουσική πορεία του Γιάννη Αγγελάκα, γνωρίζουν τις απόψεις του είτε έτσι όπως αυτές εκφράζονται δια μέσου των στίχων του, όσο και από την παρουσία του σε συναυλιακές εκδηλώσεις που αναδεικνύουν την αλληλεγγύη του σε κοινωνικούς αγώνες. Πρόσφατο παράδειγμα αποτελεί άλλωστε η παρουσία του στην συναυλία της Ιερισσού ενάντια στην υποβάθμιση της ποιότητας ζωής και της καταστροφής της φύσης από την δραστηριότητα των μεταλλείων χρυσού.

Συνεντεύξεις στα μέσα μαζικής ενημέρωσης δίνει ελάχιστες, καθώς θεωρεί πως αυτές εκφυλίζονται σε διαδικασίες τυπικού χαρακτήρα. Δεν θα μπορούσε να γίνει και αλλιώς εξάλλου, καθώς θεωρεί τα μέσα μαζικής ενημέρωσης τον βασικότερο παράγοντα που επιβάλλει την υποκουλτούρα στην κοινωνία. Μόνο τυχαίο δεν είναι πως αναπολεί την εποχή των πειρατικών ραδιοσταθμών όπου το μεράκι και η ελεύθερη έκφραση κυριαρχούσε ενώ όταν εισήλθε το κέρδος και η ιδιωτικοποίηση χάθηκε η μαγεία και η αγνότητα.

Για αυτό τον λόγο όταν οι λιγοστές συνεντεύξεις του από το 1985 έως το 2000 συλλέχθηκαν και καταγράφηκαν σε ένα βιβλίο, μαζί με τους στίχους όλων των τραγουδιών από την δισκογραφία των Τρυπών, του θρυλικού συγκροτήματος που μαζί με τον Παύλο Σιδηρόπουλο καθιέρωσε τον ελληνικό στίχο στην ροκ μουσική τότε αυτό αποτελεί ένα ευχάριστο δώρο για τους φανατικούς του οπαδούς και όχι μόνο.

Μέσα από τις συνεντεύξεις του γίνεται μια αναδρομή του ιστορικού αυτού συγκροτήματος, μιας παρέας από την Νεάπολη Θεσσαλονίκης που ποτέ δεν έχασε την συντροφικότητά της, που εμπνεύστηκε από την θλίψη αυτής της πόλης και την μετουσίωσε σε μουσική και στίχους. Η πορεία του Αγγελάκα από τις γειτονιές της δυτικής Θεσσαλονίκης, οι αναμνήσεις του για τις δυσκολίες και τα ζόρια στην αρχή του συγκροτήματος, η δουλειά ως DJ στο θρυλικό Berlin, οι μουσικές που τον δόνησαν και τον συγκίνησαν αναμειγνύονται όμορφα με τις απόψεις του για την πολιτική, την θρησκεία, το ροκ βίωμα και το λεγόμενο star system της Ελλάδας, τον Ταρκόφσκι και τον Πλάτωνα. Περνούσε καλά ακόμα και χωρίς λεφτά, πάντα έχοντας στο πίσω μέρος του μυαλού του πως ενώ ο θάνατος είναι δεδομένος για όλους , το θέμα είναι να κερδηθεί η ζωή.

Ο τρόπος έκφρασής τους δεν μπορεί παρά να μην είναι αυθεντικός καθώς σε αυτή την αυθεντικότητα και στον αυθορμητισμό στηρίχθηκε το εγχείρημα των Τρυπών. Το ροκ άλλωστε είναι κυρίως τρόπος ελεύθερης σκέψης και δευτερευόντως τρόπος ζωής, αλλιώς κινδυνεύει να χάσει την ουσία του και να κολλήσει στους τύπους που ξεδόντιασαν και εμπορευματοποίησαν αυτό το είδος μουσικής κάνοντάς το ακίνδυνο. Όπως αναφέρει και o Keith Richards σε κάποια συνέντευξή του «Εκεί είναι που τα έκαναν θάλασσα οι άσχετοι με τους χαρακτηρισμούς όπως, αυτό είναι ροκ ή το άλλο είναι ροκ». Ζήσε όπως γουστάρεις χωρίς ταμπέλες αρκεί να είσαι αληθινός” είναι το μότο του Αγγελάκα, που χαρακτηρίζει τα λεγόμενα του όταν ερωτάται για αυτό το ζήτημα.

Εξάρει τον ρόλο της απογοήτευσης, η οποία είναι εφαλτήριο για αντίδραση. Όποτε απογοητεύεται ενθουσιάζεται γιατί είναι βασική παράμετρος για να αντιδράσει και να δημιουργήσει αντί να βρίσκεται κάτω από την επήρεια και την εξουσία της. Όπως και να το κάνουμε είναι χάρισμα να γελάς και να βγάζεις την γλώσσα σε έναν χαοτικό κόσμο. Να γελάς και να μην φοβάσαι γιατί ο φόβος είναι ο καλύτερός μας φίλος, καθώς σύμφωνα με τα λεγόμενά του, αντιμετωπίζοντάς τους φόβους σου εξελίσσεσαι ως άνθρωπος.

Αυτή την αντίδραση και τον προβληματισμό προσπαθεί να περάσει και στο κοινό μέσω της αλληλεπίδρασης μαζί του κυρίως στις συναυλίες, χωρίς όμως να χάνει τον αρχικό του στόχο ο οποίος είναι μέσα από την τέχνη του να αναζητήσει και να πληρώσει τα δικά του κενά. Με τον στίχο δεν δουλεύω τον λόγο αλλά τον εαυτό μου (με την καλή έννοια)” αναφέρει σε κάποιο απόσπασμα καθιστώντας σαφές πως ο αγώνας για αυτογνωσία, και η προσπάθεια να βρει μια ειλικρινή σχέση με τον εαυτό του ήταν και είναι το ζητούμενο μέσα σε μια κοινωνία που είναι αφημένη να παραπατάει. Για αυτό τον λόγο με το “Χάρτινο τσίρκο” πετά στα σκουπίδια το σύνθημα του σύγχρονου lifestyle “η ζωή είναι μικρή για να είναι θλιβερή” ενώ θρυμματίζει αυτή την κατάσταση της υποκουλτούρας και του νταλαροπανταζισμού, με το “Θα ανατέλλω”.

Το ροκ είναι θρύλος και κατάρα που έχει τους αγίους και τους πρεσβευτές του, οι οποίοι έδωσαν την ζωή και την ψυχή τους σε αυτό. Θεωρώ πως ο Γιάννης Αγγελάκας είναι ένας από αυτούς.

Να ‘σαι καλά Γιάνναρε, να ανταμώνουμε στις συναυλίες σου για πολλά χρόνια ακόμα!

-1-638

Advertisements

Η αντοχή του μύθου στην ψηφιακή εποχή

stratos-eikona

Του Στράτου Αμπατζή

Ο Γιώργος Λαμπράκος καταθέτει δεκατρία ομόλογα σύντομα διηγήματα αρθρωμένα γύρω από έναν κοινό συνεκτικό άξονα: «Ψηφιακός νάρκισσος» είναι το σύγχρονο ναρκισσιστικό εγώ, το υποκείμενο που ακκίζεται καθώς αισθάνεται παντοδύναμο ελέω τεχνολογικής προόδου. «Ψηφιακός» διότι, ασφαλώς, συγκροτείται σε μεγάλο βαθμό ως ταυτότητα μέσα στις λεωφόρους του κυβερνοχώρου και στους «τοίχους» των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Οι ψηφιακοί νάρκισσοι του Λαμπράκου πασχίζουν να συγκροτήσουν την αίσθηση του εαυτού σε έναν κόσμο αντικατοπτρισμών και αναδιπλασιασμένων εικόνων, όπου η έννοια της αντικειμενικής πραγματικότητας τελεί σε διαρκή ρευστότητα.

Ας μη νομισθεί, ωστόσο, ότι πρόκειται για ήρωες με στιβαρή συγκρότηση και έλεγχο πάνω στα πράγματα. Ισχύει, μάλλον, το ακριβώς αντίθετο: Έχουμε να κάνουμε με ανθρώπους φαινομενικά ισχυρούς και παντοδύναμους, οι οποίοι κατά βάθος έχουν προσβληθεί από το μικρόβιο της μοναξιάς και του υπαρξιακού άγχους. Μολονότι, άλλωστε, ομνύουν στο όνομα του ορθολογισμού και της καρτεσιανής σκέψης, συχνά αποδεικνύονται έρμαια των παθών τους. Στον έξοχο «Κυβερνητικό», ας πούμε, παρακολουθούμε τον σταδιακό μαρασμό ενός σκληροπυρηνικού γραφειοκράτη, ανώτατου στελέχους της δημόσιας διοίκησης, όταν αιφνιδιαστικά η ποίηση τον επισκέπτεται τα βράδια. Η τέλεια, ως την έσχατη λεπτομέρεια διευθετημένη, οργάνωση του βίου «πάει περίπατο», καθώς η απωθημένη λυρική πλευρά ζητά να αναδυθεί στην επιφάνεια. «Στην αρχή δεν καταλάβαινα τίποτα, μα κάποια στιγμή θυμήθηκα τη μητέρα μου να διαβάζει ποιήματα στον πατέρα μου κάθε βράδυ στο σαλόνι. Εγώ δεν έδινα καμιά σημασία στα ποιήματα, φαίνεται όμως ότι τα ποιήματα έδιναν σημασία σ’ εμένα, και μάλιστα τεράστια σημασία, αν σκεφτείτε ότι μου έρχονταν στο μυαλό ύστερα από τόσα χρόνια και με τόση… πώς να το πω… λειτουργικότητα». Δοσμένη σε έναν παραληρηματικό μονόλογο καφκικής ατμόσφαιρας (ο ήρωας απευθύνεται ενώπιον μιας φανταστικής επιτροπής που κρίνει την επαγγελματική του επιβίωση), που μόνο κατ’ επίφαση αρθρώνεται λογικά, η απολογία του γραφειοκράτη συμπυκνώνει ένα σπαρταριστό παιχνίδι ειρωνείας: όσο επιδεικτικότερα επιχειρεί να αρθρώσει την τεχνοκρατική του συγκρότηση, τόσο σαφέστερη καθίσταται η διάβρωσή του από τα ποιητικά οράματα. Επιτομή της σχιζοειδούς αυτής ταυτότητας, η καταληκτική σκηνή της ιστορίας, όπου ο ήρωας, σε έμμετρο λόγο, αποδοκιμάζει την ποίηση και πλέκει το εγκώμιο της τεχνικής.

Γενναίες δόσεις ειρωνείας διοχετεύονται στα περισσότερα διηγήματα της συλλογής, αφού ο Λαμπράκος διαρκώς παρωδεί με γκροτέσκους τόνους τις βεβαιότητες των ηρώων του. Ενίοτε, μάλιστα, ένα απρόβλεπτο τέλος φωτίζει αναδρομικά την ιστορία με αναπάντεχες νοηματικές αποχρώσεις, όπως στην «Εκκλησία του Δικτύου», μια έγχαρτη μεταφορά της συζήτησης σε φόρουμ για τη συμμετοχικότητα και την ηλεκτρονική δημοκρατία, όπου παρελαύνουν μια σειρά ασθένειες της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας: τεχνοφοβία, συνωμοσιολογία, ανέξοδος ριζοσπαστισμός, στείρα καταγγελία. Εδώ η ειρωνεία εισβάλλει με το όχημα ενός κυβερνοϊού που θέτει πραξικοπηματικά τέλος στη συζήτηση, χαράσσοντας τα εγγενή όρια της διαδικτυακής δημοκρατίας: Ας έχουμε υπόψη ότι οι ιντερνετικοί διάλογοι μπορούν να διεξάγονται ελεύθερα, υπό την αναγκαία προϋπόθεση ότι οι σέρβερ δεν κρασάρουν… Και πάλι έχουμε να κάνουμε εδώ με το αμφίσημο περιεχόμενο της τεχνολογίας, στον βαθμό που αυτή μπορεί αφενός να χειραφετήσει, αφετέρου να αποτελέσει πηγή καινοφανών κινδύνων.

Η πολιτική αυτή διάσταση, που prima facie δεν είναι τόσο έκτυπη στα περισσότερα διηγήματα, αναδεικνύεται έντονα στο «ΤΑΛΩΣ Α.Ε.», ίσως το κορυφαίο και πυκνότερο κείμενο της συλλογής. Ένας ιδιοφυής επιστήμονας-επιχειρηματίας κατασκευάζει μία βιονική χίμαιρα τελευταίας γενιάς, ένα σύγχρονο «πανοπτικόν» στην υπηρεσία των κρατικών φορέων και των μυστικών υπηρεσιών, πλην όμως έντρομος διαπιστώνει ότι πάσχει από αφόρητη πλήξη και μοναξιά. Συν τοις άλλοις, συνειδητοποιεί ότι η τεχνολογική πρόοδος είναι περισσότερο ζήτημα εξουσίας του ανθρώπου πάνω στον άνθρωπο, παρά του ανθρώπου πάνω στη φύση: «Ο 5945-ΡΑΓ είδε μια γυναίκα να μορφάζει τόσο απαίσια από το άγχος της, ώστε σκέφτηκε προς στιγμή να τη φωνάξει και να της πει ότι την προσλαμβάνει εφ’ όρου ζωής χωρίς να χρειάζεται να κάνει τίποτα, με μοναδική προϋπόθεση να μη μορφάζει. Αναρωτήθηκε αν το μέλλον θα είναι μια μπότα στο πρόσωπο των φτωχών ή μια χαρακιά στο πρόσωπο των φτωχών ή μια βόμβα στο πρόσωπο των φτωχών. Δεν μπορούσε να αποφασίσει, γι’ αυτό συνέχισε να στοχάζεται στο ζήτημα του κατά πόσο η τεχνολογία είναι εντέλει η εξουσία του ανθρώπου πάνω στη φύση ή του ανθρώπου πάνω στον συνάνθρωπό του». Ο μορφασμός ως αισθητική ατέλεια, η ανέχεια ως ρωγμή στην εικόνα του άρτια οργανωμένου τεχνολογικού κόσμου, είναι ο καταλύτης που αφυπνίζει την κοινωνική συνείδηση του nerd επιστήμονα. Το τραγικό τέλος του διηγήματος –η αυτοχειρία του σύγχρονου Φρανκενστάιν, αφού πρώτα επιχειρήσει να ταυτιστεί με το τερατώδες δημιούργημά του – διαβάζεται ως μια σαρκαστική υπόμνηση της πήλινης παντοδυναμίας της τεχνικής και, ταυτόχρονα, ένα ευφυές σχόλιο πάνω στις ολέθριες συνέπειες της επιστημονικής δημιουργίας υπό συνθήκες εργαστηριακής μόνωσης, κατά το παλαιό «πάσα επιστήμη χωριζομένη δικαιοσύνης και της άλλης αρετής πανουργία, ου σοφία φαίνεται».

Θα έγινε ήδη σαφές, αλλά αξίζει να το τονίσουμε: ο Λαμπράκος αναδεικνύεται σε έναν μαιτρ της δισημίας και των αντιφάσεων, καθώς το κωμικό συνυφαίνεται με το τραγικό, ο εικονικός κόσμος εισβάλλει και διευρύνει τα όρια του πραγματικού, ο μύθος και η παράδοση συμπλέκονται με τις ψηφιακές αναπαραστάσεις του σύγχρονου αποδομημένου υποκειμένου. Κι όλα αυτά με όχημα ένα καλά ακονισμένο γλωσσικό εργαλείο που αναμιγνύει μαεστρικά δάνεια από τη γλώσσα της φυσικής και του υψηλού λογισμικού με διαλογικά  σπαράγματα, ποιητικές αναφορές και στοχαστικές παρεκβάσεις. Ένα μεταμοντέρνο υβριδικό παστίς δηλαδή, με γερές, όμως, ρίζες στην παράδοση της μυθοπλασίας.

Πρώτη δημοσίευση: http://www.paradromos.gr