Το βαμμένο πουλί – Γιέρζι Κοζίνσκι

Του Γιάννη Αποστόλογλου

Κάποτε ο Κάφκα είχε γράψει σε μια επιστολή του σε κάποιον κριτικό τα εξής:

«Αν το βιβλίο που διαβάζουμε δεν μας ξυπνά μ’ ένα χτύπημα γροθιάς στο κρανίο, για ποιον λόγο διαβάζουμε τότε το βιβλίο; Για να μας κάμει ευτυχείς, όπως γράφεις; Θεέ μου, ευτυχείς θα ήμαστε ακόμη κι αν δεν είχαμε καθόλου βιβλία, και τέτοια βιβλία, που θα μας κάμνουν ευτυχείς, θα μπορούσαμε εν ανάγκη να γράψουμε κι οι ίδιοι. Χρειαζόμαστε όμως τα βιβλία που επενεργούν επάνω μας σαν δυστυχία που μας πονάει πολύ, όπως ο θάνατος κάποιου που αγαπήσαμε πιο πολύ απ’ τον εαυτό μας, σαν να ήμαστε διωγμένοι σε δάση, μακριά απ’ όλους τους ανθρώπους, σαν αυτοκτονία, ένα βιβλίο πρέπει να είναι το τσεκούρι για την παγωμένη θάλασσα μέσα μας…»

Χωρίς αμφιβολία,  το «Βαμμένο πουλί» του Γιέρζι Κοζίνσκι, είναι ένα από αυτά τα βιβλία. Πρόκειται για ένα δραματικά συγκλονιστικό  μυθιστόρημα,  και είτε πρόκειται για μια αληθινή περιγραφή των γεγονότων που έζησε ο συγγραφέας κατά την διάρκεια του Β Παγκοσμίου Πολέμου, είτε για ένα μείγμα των δικών του εμπειριών με θρύλους και ιστορίες  που είχε ακούσει από άλλους , μεταδίδει με γλαφυρό τρόπο και σοκαριστικά άκρατο ρεαλισμό τις συνέπειες του πολέμου, της βίας ,της περιθωριοποίησης  και του ρατσισμού που μπορεί να έχουν στις ψυχές των πιο αθώων από τα πλάσματα, στα μικρά παιδιά.

Η βιαιότητα των περιγραφών στο βιβλίο πραγματικά σοκάρει, και όσο κλισέ και να ακούγεται πραγματικά πρόκειται για μια γροθιά στο στομάχι, για μια ιστορία που σε πετά στα τάρταρα.

Βρισκόμαστε στην αρχή της καταιγίδας, στα 1939, όπου ένα μικρό παιδί παραδίδεται από τους γονείς του σε  ένα απομακρυσμένο χωριό κάποιας ανατολικής χώρας για να γλιτώσει από τις κακουχίες του πολέμου και να περάσει όσο πιο ανώδυνα γίνεται τις μαύρες αυτές ημέρες .

Η ανάδοχη μητέρα του πεθαίνει σχετικά σύντομα μετά την άτυπη αυτή υιοθεσία  και το παιδί απροστάτευτο περιπλανιέται σαν άλλος Οδυσσέας από χωριό σε χωριό για να βρει καταφύγιο.

Ο Γολγοθάς του είναι  η περιπλάνηση του, σαν αγρίμι πολλές φορές φτάνει στην εσχατιά της ανθρώπινης υπόστασης, με μόνο όπλο τον κομήτη του, δηλαδή ένα κονσερβοκούτι στο οποίο συντηρεί μια σπιθίτσα φωτιάς, που την φροντίζει έτσι ώστε να είναι πάντα αναμμένη και ζωντανή μαζί με την ελπίδα του. Η περιπλάνησή του αυτή  κρύβει πολλούς κινδύνους και ανατροπές , αλλά είναι ταυτόχρονα και ένα σχολείο το οποίο θα τον ανδρώσει απότομα, αφού γνωρίζει την κακία του κόσμου, την βία και την εκμετάλλευση.

Το παιχνίδι με το βαμμένο πουλί, που ήταν διαδεδομένο στις χώρες αυτές ήταν να βάφουν ένα πουλί με διαφορετικά χρώματα, και όταν αυτό πήγαινε στο σμήνος με τα όμοια  του, εκείνα το κατασπάρασσαν γιατί δεν το αναγνώριζαν πλέον, το θεωρούσαν παρείσακτο. Έτσι και ο μικρός ήρωας, σταμπαρισμένος από τις προκαταλήψεις, και αντιμέτωπος με τις σχεδόν μεσαιωνικές συμπεριφορές και πρακτικές των χωρικών, με την απαιδευσιά τους που πρόσφερε εύφορο χωράφι για την ανάπτυξη αυτού του είδους των αντιλήψεων  δέχεται επιθέσεις που θα μείνουν σίγουρα ανεξίτηλες στην παιδική ψυχή του. Τον έβλεπαν και έφτυναν τον κόρφο τους, απέφευγαν την ματιά του για να μην τους προκαλέσει κακό.

Μάχεται την καχυποψία των χωρικών οι οποίοι τον χαρακτηρίζουν ως τσιγγανάκι ή εβραίοπουλο λόγω του μελαμψού του δέρματος, και φορέα γρουσουζιάς και πολλών δεινών και καταστροφών. Σιγά σιγά αρχίζει να το πιστεύει και ο ίδιος ο μικρός αυτό για τον εαυτό του καθώς όπου πηγαίνει συναντά σκοτωμούς, βάναυσες συμπεριφορές, ακραίες καταστάσεις.  Όμως δεν είναι ο ίδιος που τα προκαλεί, αλλά ο πόλεμος  και η βία που έχει φωλιάσει στις ψυχές των ανθρώπων και έχει μεγιστοποιήσει αυτές τις συμπεριφορές.

Ως αδύναμος πέφτει θύμα του νόμου του ισχυρότερου, αλλά με το ένστικτο της επιβίωσης να τον καθοδηγεί θα μάθει να ξεγλιστρά από δύσκολες καταστάσεις.  Έχει γλιτώσει πολλές φορές από τον θάνατο αλλά και τον έχει προκαλέσει στην προσπάθειά του να αμυνθεί.

Η οδύσσειά του τελειώνει λίγο μετά το τέλος του πολέμου. Ένα τέλος που  βρίσκει το παιδί στην αγκαλιά του κόκκινου στρατού, και από εκεί σε ορφανοτροφείο που ξανασμίγει με την οικογένειά του. Όμως δεν θα είναι ποτέ ξανά ο ίδιος.

Όπως και πολλά παιδιά στις μέρες μας, που έχασαν τα πιο όμορφά τους χρόνια στα συντρίμμια, δεν θα είναι ποτέ πια τα ίδια.

 

Advertisements

Ο Γιος, Jo Nesbo

Του Γιάννη Αποστόλογλου

Ο “Γιος” είναι ένα εξαιρετικά δυνατό αστυνομικό μυθιστόρημα με σκηνικό το βρώμικο και σκοτεινό Όσλο και ένα καλοστημένο δαιδαλώδη σύστημα διαφθοράς στα υψηλότερα κλιμάκια της δικαιοσύνης και της αστυνομίας.

O Σόνι, εθισμένος στην ηρωίνη από νεαρή ηλικία, έχει περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στη φυλακή.

Το σχεδόν μεταφυσικό και  απόκοσμο χάρισμά του να παρηγορεί και να δίνει γαλήνη, τον κάνει ιδιαίτερα αγαπητό στους συγκρατούμενούς του, οι οποίοι εξομολογούνται σε αυτόν νιώθοντας  λυτρωμένοι και καθαροί  μετά από μια επίσκεψη στο κελί του .

Ο εθισμός του στα ναρκωτικά  ξεκίνησε από τότε που ο αστυνομικός πατέρας του προτίμησε να αυτοκτονήσει όταν κατηγορήθηκε για διαφθορά.

Λόγω της σχεδόν εκνευριστικής στωικότητας με την οποία αντιμετωπίζει την ζωή του και την έλλειψη ακόμα και του ενστικτώδους ενδιαφέροντος για αυτήν,  είναι στο επίκεντρο ενός ολόκληρου κυκλώματος συγκάλυψης εγκλημάτων στο οποίο εμπλέκονται σωφρονιστικοί υπάλληλοι, δικηγόροι, υψηλόβαθμοι αστυνομικοί,  ιερείς και μαφιόζοι. Με αντίτιμο γενναιόδωρες δόσεις καθαρής ηρωίνης.

Μια συγκεκριμένη όμως εξομολόγηση που θα ακούσει ο Σόνι θα ανατρέψει τα πάντα, γιατί θα του αποκαλύψει τι (σχεδόν) πραγματικά συνέβη στον πατέρα του.

Τότε ενεργοποιείται το πρώτο στάδιο της μυθιστορηματικής εξέλιξης, η Αφύπνιση. Ο Σόνι αποφασίζει να πάρει την τύχη και την εκδίκηση στα χέρια του. Με ένα έξυπνο σχέδιο καταφέρνει και φεύγει  από τις φυλακές, και παλεύει με τον εαυτό του έκτοτε να παραμείνει καθαρός από την ηρωίνη διότι το σχέδιο του απαιτεί νηφαλιότητα.

Το δεύτερο στάδιο είναι η Δράση. Ξεκινά ένα ανελέητο κυνηγητό, γεμάτο ένταση βία και φόνους, ανάμεσα σε αυτόν, σε όσους θεωρεί υπαίτιους για την καταστροφή της οικογένειά του  και έναν ιδιόρρυθμο ντετέκτιβ (όχι τον Χάρι Χόλε, μιας και δεν πρωταγωνιστεί σε αυτό το μυθιστόρημα).

Και στο τέλος έρχεται η Κάθαρση, το τρίτο τελικό στάδιο του βιβλίου, όπου όλα έρχονται στο φως.

Ο Γιος είναι ένα μυθιστόρημα με πανέξυπνη πλοκή που αν το απογυμνώσεις από όλα τα στοιχεία ενός κλασικού αστυνομικού μυθιστορήματος, επιχειρεί να διερευνήσει τα βαθύτερα μυστήρια: την αμαρτία, την δικαιοσύνη, τη λύτρωση, την αγάπη, το κακό, την ίδια την  ανθρώπινη φύση.

Πρόκειται για ένα βιβλίο  σύνθετο και σε αρκετά σημεία αρκετά πυκνό και πολύπλοκο. Οι χαρακτήρες έχουν βάθος και χτίζονται με πολύ λεπτομέρεια γεγονός που κάνει τον αναγνώστη να ταυτιστεί και να συμμετέχει στην αγωνία τους καθώς τρέχουν για να σώσουν τη ζωή τους.

Οι σκηνές και τα πρόσωπα εναλλάσσονται γρήγορα μεταξύ τους, ενώ οι έξυπνες ατάκες και οι συνεχείς πληροφορίες προωθούν την δράση με κινηματογραφικό τρόπο. Ένα βιβλίο απολαυστικό, μια ευχάριστη συντροφιά, που θα το πρότεινα ανεπιφύλακτα στους φίλους αστυνομικών μυθιστορημάτων.

Η δύναμη του σκοτεινού θεού.

Του Γιάννη Αποστόλογλου

Στις Βάκχες του Ευριπίδη ο θεός Διόνυσος, γιος του Δία, επιστρέφει στον γενέθλιο τόπο του τη Θήβα με τη συνοδεία των μαινάδων γυναικών ακολούθων του, για να διεκδικήσει την θεϊκή πατρότητά του που αμφισβητήθηκε από τους ανθρώπους. Ο Πενθέας τον αμφισβητεί, έρχεται σε σύγκρουση μαζί του και καταστρέφεται, μαζί με όλη την πόλη. Η οργή του σκοτεινού και απρόβλεπτου αυτού θεού, πέφτει βαριά επάνω στους ανθρώπους και τους συνθλίβει. Στην τραγωδία αυτή απουσιάζει το ανθρώπινο ανάστημα όπως για παράδειγμα της Αντιγόνης η οποία με δική της πρωτοβουλία, αντιστέκεται στον τύραννο και ασεβή Κρέοντα, σώζοντας τον πολιτισμό απ’ τη βαρβαρότητα.

Την ώρα που γέρνουν προς τη δύση τους η Αθηναϊκή Δημοκρατία και η Τραγωδία μαζί, κάτι τέτοιο θέλει να μας πει και ο Ευριπίδης. Δηλαδή ότι κάθε φορά που ένας πολιτισμός επιχειρεί να μεταφράσει τον κόσμο σε αποκλειστικά λογικούς συνειρμούς, ξεπηδούν μέσα από τις ρωγμές του συντεταγμένου λόγου οι απρόβλεπτες δυνάμεις της αγριότητας. Το έργο τελειώνει με ένα ανάλογο συμπέρασμα

«Το θείο έχει μορφές πολλές.

Πολλά είναι τα απρόβλεπτα που δίνουν οι θεοί.

Σε όσα πιστεύουμε δεν έρχεται εκπλήρωση και όσα δεν αναμένουμε εκείνα πραγματοποιούνται.»

Στο βιβλίο του Τάκη Θεοδωρόπουλου «Η δύναμη του σκοτεινού θεού», η επενέργεια του θεού Διόνυσου είναι διάχυτη. Στην ιστορία του, ο συγγραφέας πλάθει έναν άρτιο ήρωα, τόσο συμπαθή και η αλήθεια είναι πως με μεγάλη μαεστρία μεταδίδει τις αγωνίες του στον αναγνώστη ο οποίος συμπάσχει μαζί του. Ο χαρακτήρας αυτός, ο σκηνοθέτης Λεωνίδα Κ,  στη δύση της καριέρας του, χαμένος μέσα στα δαιδαλώδη υπαρξιακά ερωτήματα που τον ταλανίζουν επιχειρεί να σκηνοθετήσει τις Βάκχες του Ευριπίδη στο Άργος Ορεστικό, ορμώμενος  από μια βαθειά ριζωμένη στον χρόνο παράδοση.

Κουρασμένος όμως, βαριά άρρωστος  και παραιτημένος από τις ματαιόδοξες φιλοδοξίες του, ερωτευμένος με μια νεαρή ηθοποιό 40 χρόνια νεότερή του που αδυνατεί όμως να ριχτεί στην θάλασσα της, είναι πλέον  πεπεισμένος πως τίποτε από όλα αυτά που κάνει ή κατάφερε να κάνει στα τόσα χρόνια δεν έχει σημασία. Παραμονές της παράστασης ρίχνει τα σκηνικά του θεάτρου της κωμόπολης, που αναπαριστάνουν την αρχαία Θήβα, στις φλόγες σαν άλλος Διόνυσος.

Τί νόημα έχει  να προσπαθείς να εξηγήσεις τον κόσμο με αιτιοκρατική, ντετερμινιστική μέθοδο όταν το απρόβλεπτο, το χάος,  είναι πάντα εκεί να χαμογελάει πονηρά σαν σκανδαλιάρικο παιδί πίσω από μια σκοτεινή κουρτίνα;

 

 

Βιβλία θερινής ραστώνης

Του Γιάννη Αποστόλογλου

 

Η ραθυμία των καλοκαιρινών διακοπές για πολλούς από εμάς  προσφέρεται για κάποιες μοναδικές αναγνωστικές εμπειρίες. Σε  μια ήσυχη παραλία υπό τον ήχο των κυμάτων , ή στο μπαλκονάκι κάποιου εξοχικού παρέα με τον πρωινό καφέ, είτε  στη  δροσιά ενός κατάφυτου βουνού η ανάγνωση μπορεί να μας ταξιδέψει ακόμα μακρύτερα, να ξεχαστούμε και να προβληματιστούμε. Φέτος λοιπόν, μια σειρά βιβλίων κατάφεραν ακριβώς αυτό.

 

Κάρυλ Φίλιπς , «Cambridge»  

Το τέλος του μυθιστορήματος του Caryl Phillips, «Cambridge» το οποίο γράφτηκε κάπου στις αρχές της δεκαετίας του ’90,  αφήνει τον αναγνώστη κάπως αίολο  και στη διακριτική του ευχέρεια να αποφασίσει ποιος  είναι τελικά ο κεντρικός ήρωας.  Ο Cambridge, ένας  φωτισμένος σκλάβος που κρεμάται λόγω φυλετικών προκαταλήψεων ή η Emily, η πλούσια αγγλίδα που πεθαίνει σε έναν εξωτικό κόσμο μακριά από τα ομιχλώδη τοπία της πατρίδας της;  Φλερτάροντας με την ιδέα ότι η λογοτεχνία μπορεί μερικώς να αποκαταστήσει τις αδικίες της ιστορίας το μυθιστόρημα του Phillips συνίσταται στην αντιπαράθεση δυο ιστοριών, μιας νεαρής  γυναίκας που επισκέπτεται  τη φυτεία του πατέρα της στην Καραϊβική, και ενός αφρικανού  ο οποίος κερδίζοντας την ελευθερία του, ζει μόνιμα στην Αγγλία, ασπάζεται τον Χριστιανισμό,  και στη συνέχεια  παγιδεύεται από επιτήδειους σε κάποιο ιεραποστολικό ταξίδι του στην Αφρική, και  έτσι για μια ακόμη φορά πουλιέται ως σκλάβος σε ένα νησί της Καραϊβικής, για να εργαστεί στο κτήμα του πατέρα της  Έμιλυ και να  κατηγορηθεί αργότερα για δολοφονία. Εάν διαβαστούν ξεχωριστά, οι δύο αφηγήσεις σίγουρα  θα έχουν μικρότερο αντίκτυπο. Τοποθετημένες παράλληλα όμως, αναβαπτίζονται σε  μια νέα διάσταση. Γίνονται οι δύο αντιδιαμετρικές όψεις ενός συστήματος που επηρέασε εκρηκτικά  τις σχέσεις μεταξύ Δυτικών και Αφρικανών, αυτού της δουλείας. Οι δύο χαρακτήρες επικοινωνούν ελάχιστα, ο συγγραφέας μας προτρέπει να προσεγγίσουμε τις δυο ιστορίες ως αντανακλάσεις της μίας στην άλλη, διαθλώντας διάφορα στοιχεία από την μια ιστορία εντός της δεύτερης. Η πορεία της ζωής του ήρωα και της ηρωίδας, δύο πρωταγωνιστών που χωρίζονται από το φύλο, την τάξη και την εθνότητα υποδεικνύει πόσο μεγάλη απόσταση  αλλά και πόσο συμπληρωματικοί ταυτόχρονα είναι οι δύο χαρακτήρες.

 

 

Σάκης Σερέφας – «Ο Θεός αυτοπροσώπως» 

Η αλήθεια είναι πως τον Σάκη Σερέφα δεν τον γνώριζα πριν καταπιαστώ αυτό το καλοκαίρι με το μυθιστόρημά του «Ο θεός αυτοπροσώπως».

Στο εν λόγω μυθιστόρημα, καταπιάνεται την ιστορία του Αριστείδη Παγκρατίδη, του φερόμενου και ως δράκου του Σέιχ Σου,  ενός νέου Θεσσαλονικιού ο οποίος εκτελέστηκε  κάπου στη δεκαετία του ’70, κατηγορούμενος για μια σειρά βιασμών και φόνων νεαρών ζευγαριών που αναζητούσαν λίγες ιδιωτικές στιγμές μακριά από τα φώτα της πόλης. 

 Οι τελευταίες λέξεις που ψέλλισε ήταν «Μανούλα μου, είμαι αθώος»

 Στο μυθιστόρημα ο θεός  ενσαρκώνεται στο σώμα ενός τροφίμου κάποιου ψυχιατρείου, του Παντελή. Μπορεί βέβαια και ο Παντελής μέσα στην τρέλα του να θεοποιείται.  Ο Παντελής, υποτίθεται πως είναι ο Παγκρατίδης και μας εξιστορεί τα πάθη του. Τις συνθήκες που οδήγησαν στην  κοινωνική απομόνωση  και τη φτώχεια του, το κοινωνικό και πολιτικό κλίμα της εποχής.

Το μυθιστόρημα έχει άλλοτε θεατρική αφήγηση, θα μπορούσε  αυτούσια να παιχτεί σε μια θεατρική σκηνή. Οι χώροι  που εξελίσσεται η δράση είναι ένα ψυχιατρείο κι ένα γηροκομείο. 

Με αφορμή την ιστορία του «Δράκου του Σέιχ Σου»,  λοιπόν ο συγγραφέας «κατεβάζει» τον Θεό στη γη. Κάποιος λίγο πριν από την εκτέλεσή του που υποτίθεται είναι ο Παγκρατίδης, λαμβάνει περιχαρής τη χάρη και γλιτώνει την εκτέλεση. Μα από εκείνη τη στιγμή κι έπειτα διαγράφονται από τον σκληρό δίσκο του εγκεφάλου του όλες του οι μνήμες και τα συναισθήματα του.
Τότε θα βρεθεί στα χέρια ενός ψυχίατρου, που με κάθε μέσο θέλει να επιτύχει το σκοπό του, να ανασύρει από το υποσυνείδητο τα κομμάτια εκείνα που λείπουν και θα φέρουν στην επιφάνεια την προσωπικότητα του ασθενούς.


Το μυθιστόρημα του Σάκη Σερέφα είναι ένα απολαυστικότατο κείμενο, καθώς ο συγγραφέας βρίσκεται σε μεγάλα κέφια. Η γρήγορη ροή του κειμένου, οι  κοφτές φράσεις σε συνδυασμό με το σκωπτικό, καυστικό, σατιρικό, σουρεαλιστικό και με άκρατο χιούμορ αφήγηση του συγγραφέα   ωθούν τον αναγνώστη στο να το διαβάσει έντονα και γρήγορα.

 

 

Δημήτρης Μίγγας – «Πλωτά νησιά»

Η ζωή είναι ένα ταξίδι που πορεύεται  από λιμάνι σε λιμάνι, είτε καθοδηγούμενη από φωτεινούς φάρους, είτε παρασυρόμενη από τον γλυκό ήχο των Σειρήνων. Μια πορεία από ευχάριστες ή δυσάρεστες αναμνήσεις, με τον προορισμό να έχει μικρή σημασία.
Στο μυθιστόρημα του Μίγγα στο οποίο παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον η κίνηση της αφήγησης προς τα πίσω, μας εξιστορείτε οι ζωές μιας παρέας ανδρών  όπως εξελίσσονται στον χρόνο και στο χώρο. Οι τρεις χαρακτήρες θα σαλπάρουν από την Πύλο διασχίζοντας το Ιόνιο. Κατά την διάρκεια του ταξιδιού τους, η ανδρική συντροφιά κάνει μια ανασκόπηση, μια αναδρομή στις ζωές τους,  στα λάθη και τα σωστά τους.

Ένα από τα βασικά χρονικά και ιστορικά πλαίσια του παρελθόντος των τριών φίλων στα “Πλωτά νησιά” είναι η περίοδος μέσα στη δικτατορία. Κάπου εκεί που εξαφανίζεται ο τέταρτος της παρέας, ο Στρατής. 

Η αφήγηση είναι ένα συνεχές  πινγκ-πονγκ ανάμεσα στο παρόν (πάνω στο σκάφος) και στο παρελθόν (στα πρόσωπα και στις καταστάσεις που έζησαν οι τρεις άνδρες). 

Κατα τη διάρκεια του ταξιδιού αναπτύσσονται και αναδιαμορφώνονται σχέσεις, αφηγούνται αναμνήσεις, ξεδιπλώνονται σκέψεις υπό το πρίσμα βέβαια της ανδρικής φιλοσοφίας, και όλα αυτά φέρνουν πιο κοντά είτε ανταγωνιστικά, είτε αλληλέγγυα τους χαρακτήρες.

Το στοιχείο που δίνει ακόμα περισσότερο ενδιαφέρον στο βιβλίο, είναι ότι ο Τάσος, ο οποίος είναι και ο συγγραφέας της  τριμελούς παρέας, έχει γράψει μια ιστορία, ένα πόνημα, στο οποίο προσπάθησε να εξηγήσει τι έγινε εκείνη τη νύχτα, που ο Στρατής εξαφανίστηκε.

Ένα βιβλίο που κάποιες φορές πασχίζει να κρατήσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη, αλλά πρέπει κάποιος να του δώσει πολλές ευκαιρίες πριν το αφήσει. Στο τέλος συμπάσχει με την παρέα του ιστιοφόρου, οι οποίοι αναζητούν νοερά μέσω του Τάσου τον χαμένο τους φίλο, ο οποίος τον ανασταίνει μέσω της γραφής του.

 

Γκαζμέντ Καπλάνι – «Με λένε Ευρώπη»

Ένα βιβλίο καθρέφτης της κοινωνίας μας που κάθε μια από τις 347 σελίδες του φέρνει σφίξιμο στο στομάχι του νεοέλληνα σα να έφαγε γροθιά, βάζει το νου να δουλέψει και να δει τα πράγματα από μια διαφορετική γωνία, αλλά  φέρνει πολλές φορές και το χαμόγελο κάθε τόσο καθώς δεν λείπει το χιούμορ από τον συγγραφέα.  Μέσα από τις γραμμές του αναδύεται η δύναμη της θέλησης των ανθρώπων.  

Ιστορίες μεταναστών, φευγάτων και διωγμένων, ανθρώπων αποφασισμένων να αποκτήσουν μια νέα πατρίδα, μαθαίνουν την γλώσσα και ξαναγεννιούνται.  Ιστορίες ανθρώπων, που βίαια συνήθως πετιούνται από τη πατρίδα που τους γέννησε και εκσφενδονίζονται στην αλλοδαπή. Ιστορίες ανθρώπων που γίνονται από μια στιγμή στην άλλη, οι ξένοι, οι δακτυλοδεικτούμενοι, οι «άλλοι».

Ο Καπλάνι, γράφει απευθείας στα ελληνικά, η οποία δεν είναι η μητρική του γλώσσα, αλλά φτάνοντας στην Ελλάδα 24 χρόνων, καταφέρνει να φτιάξει με αξιοζήλευτο κόπο, μια σχέση με τα ελληνικά, τόσο οργανική και ζωντανή όπως αποδεικνύεται στο βιβλίο το οποίο διαβάζεται απνευστί, καθώς ο ρυθμός είναι καταιγιστικός.

 

Το βιβλίο επί της ουσίας χωρίζεται σε τρία μέρη, εμπλεκόμενα μεταξύ τους.

Το ένα, αφορά την αληθινή προσωπική του περιπέτεια, την δική του μετανάστευση από την Αλβανία στην Ελλάδα. Τις αναμνήσεις του από εκεί, το πέρασμα, τις πρώτες μέρες του αλλά και την μετέπειτα πορεία του στην νέα του πατρίδα.  Γίνεται οικοδόμος, λαντζέρης, περιπτεράς, ενώ παράλληλα φοιτά στη Φιλοσοφική Σχολή, κάνει τη διατριβή του, γίνεται αρθρογράφος στα Νέα, Διδάκτορας στο Πάντειο, γράφει βιβλία στη νέα του γλώσσα.

Το δεύτερο αφορά την φανταστική του αυτή την φορά περιπέτεια, καθώς περιγράφει την επιστροφή του στην Αλβανία του 2041 για να βρει πλέον τη γη που τον γέννησε γεμάτη μετανάστες από την Κίνα και όχι μόνο, σε μια κατάσταση παράλληλη της Ελλάδας,  λίγο πριν το κατρακύλισμα της στην οικονομική κρίση.

Το τρίτο, είναι οι ενδιάμεσες ντοκιμαντερίστικες αφηγήσεις που παρεμβάλλονται  σε πρώτο πρόσωπο, μιας σειράς μεταναστών. 

Πραγματικές ιστορίες ανθρώπων, οι οποίοι ζουν στην Ελλάδα. Κάποιοι έφτασαν εδώ, κάποιοι γεννήθηκαν εδώ , μη έχοντας γνωρίσει άλλη πατρίδα, ερωτεύτηκαν την Ελλάδα και με πείσμα προσπαθούν να κάνουν την Ελλάδα να τους ερωτευτεί και να τους κερδίσει. Νιώθουν οτι ανήκουν εδώ, αλλά το κράτος για χρόνια αρνιόταν να τους δώσει την ελληνική ιθαγένεια.  Ο κυνισμός της εξουσίας άλλωστε είναι αδυσώπητος.

Η αξία του  «Με λένε Ευρώπη», έγκειται στο οτι  δίνει ένα ηχηρό χαστούκι σε οποιαδήποτε απόπειρα ιδεολογικοποίησης του ρατσισμού. Η μόνη διάσταση η οποία προσδιορίζει το μεταναστευτικό είναι η Ανθρώπινη, όλες οι άλλες υπολείπονται κατά πολύ.

 

 

Φερνάντο Σαβατέρ – «Η ηθική της ανάγκης»

Σε αυτό το βιβλίο ο Φερνάντο Σαβατέρ θέλει να μάθει πώς και τί σκέφτονται οι νέοι. Έτσι αποφασίζει πολύ απλά να τους ρωτήσει. Θέλει όμως τέχνη να θέτεις τις σωστές ερωτήσεις.  Χρειάζεται να μπεις στο μυαλό και  στη θέση των νέων, να κερδίσεις την εμπιστοσύνη τους, χωρίς να το παίζεις συμβουλάτορας και μέντορας καθ’ έδρας γιατί τους έχασες.   Η Ηθική της ανάγκης μας προειδοποιεί για τις ανησυχίες των νέων ανθρώπων που σύντομα θα κληρονομήσουν τις ευθύνες του κόσμου. O  Ισπανός φιλόσοφος και συγγραφέας συναντά του νέους στα αμφιθέατρα και στα σχολεία τους, και αρχίζει  έναν ουσιαστικό διάλογο μαζί τους για πολλά απο τα σπουδαία και  ηθικά ζητήματα που τους απασχολούν και τους ενδιαφέρουν.  Ζητήματα μοντέρνα όπως η χρήση του ίντερνετ, οι νέες τεχνολογίες και οι επιδράσεις τους, την ρομποτική, την οικονομία και τον καπιταλισμό, αλλά και διαχρονικά ζητήματα όπως για  την εξουσία σε όλες τις κλίμακες, τη δημοκρατία, τον έρωτα, τον θάνατο, και άλλα. Ένα βιβλίο απολαυστικό, απομαγνητοφωνημένων συζητήσεων του συγγραφέα με τους νέους, το οποίο μπορεί να ανοίξει έναν δίαυλο επικοινωνίας μεταξύ διαδοχικών γενεών. 

 

Περί μύθων

2017-03-04-08-19-45

Του Γιάννη Αποστόλογλου

Οι μύθοι είναι δημόσια όνειρα είχε γράψει κάποτε ο Τζόσεφ Κάμπελ. Ο άνθρωπος ήταν ανέκαθεν μυθοπλάστης καθώς από τις απαρχές της εξέλιξής του είχε την ικανότητα να δημιουργεί ιστορίες πέρα και έξω από τα όρια των εμπειριών με τις οποίες τον τροφοδοτούσε η καθημερινότητα.

Οι μύθοι, εκτός από τον ηθικοπλαστικό τους χαρακτήρα,  ήταν επίσης ζωτικής σημασίας για την ανάπτυξη των κοινωνιών  και την ατομική  εξέλιξη του ανθρώπου. Ιστορίες βαθιά ριζωμένες και βασισμένες στην  εμπειρία του θανάτου και στον σίγουρα δικαιολογημένο, φόβο της ανυπαρξίας, συνοδευόμενες  πάντα από μια τελετουργία, από ένα δρώμενο στο οποίο συμμετέχει όλη η κοινότητα. Κάθε  μύθος άλλωστε έξω από το τελετουργικό δεν έχει καμία σημασία, είναι νεκρός και συνήθως ακατανόητος.  Πραγματεύεται το άγνωστο και το ανείπωτο, προέρχεται κατευθείαν  από τον πυρήνα της μεγάλης σιωπής, και έχοντας διδακτικό χαρακτήρα, φέρνει τον άνθρωπο σε μια τέτοια πνευματική και ψυχολογική κατάσταση ώστε να μπορεί να πράξει αυτό που θεωρείται το σωστό σύμφωνα με τις επιταγές της κάθε εποχής.  Όλες οι μυθολογίες μιλούν για ένα πλατωνικό κόσμο ο οποίος υπάρχει παράλληλα με τον δικό μας. Κάθε τι που βλέπουμε εδώ έχει το δικό του αντίστοιχο σε έναν κόσμο μακάριο και θεϊκό, και μέσω των μύθων αποκαλύπτονταν στους ανθρώπους η συμπεριφορά των θεών για να τους δώσουν την δυνατότητα να μιμηθούν αυτά τα ισχυρά όντα και να συμμετέχουν και οι ίδιοι στην εμπειρία του θείου.

Η κεντρική ιδέα όλων των μύθων από τα προϊστορικά ακόμα χρόνια ήταν πως οι άνθρωποι, οι θεοί, τα ζώα και η φύση ήταν άρρηκτα συνδεδεμένοι μεταξύ τους και τα κυβερνούσαν οι ίδιοι νόμοι και αποτελούνταν από την ίδια θεϊκή ουσία.  Έτσι η μυθολογία και η θρησκεία ήταν ένας τρόπος για τους ανθρώπους να φτάνουν στην έκσταση, και υποκατάστατο πλέον αποτελεί η τέχνη, η ποίηση, η μουσική .

Όπως η ποίηση και η μουσική έτσι και η μυθολογία πρέπει να μας ανοίγει τις πόρτες αυτής της έκστασης ακόμα και όταν νιώθουμε πως μας απειλεί ο θάνατος ακόμα και όταν νιώθουμε απόγνωση μπροστά στην απειλή της ανυπαρξίας. Εάν ένα μύθος δεν επιτελεί αυτή την λειτουργία είναι ένας  μύθος νεκρός. Στην τέχνη απελευθερωμένοι από τα δεσμά της λογικής συνθέτουμε νέες μορφές που εμπλουτίζουν την φαντασίας μας και ανοίγει ένα παράθυρο προς το βαθύτερο νόημα της ζωής.  Οι ήρωες είτε ενός μυθιστορήματος, είτε ενός προϊστορικού  μύθου που κατεβαίνουν στον κάτω κόσμο ή περιπλανιόνται σε λαβυρίνθους, μάθαιναν και μαθαίνουν στους ανθρώπους πώς να παλεύουν με τα δικά τους τέρατα και πως αν αντιμετωπίζουν τις δικές τους εσωτερικές αντιθέσεις , κρίσεις και αναταράξεις.  Ο μύθος στο πέρασμα του χρόνου μπορεί να αλλάζει μορφές, να προσαρμόζεται έτσι ώστε πάντα να αναδεικνύει τις διαχρονικές του διδαχές.

Από την παλαιολιθική ακόμα περίοδο, που οι άνθρωποι είχαν πιο έντονη την αίσθηση της πνευματικής διάστασης στην καθημερινή τους ζωή, καθώς για τον κυνηγό εκείνης της εποχής, τίποτα δεν ήταν κοσμικό, καθετί εμπεριείχε το θείο όσο μικρό και ασήμαντο να ήταν, εντοπίζονται οι απαρχές του μύθου και η ρίζα της ιδέας του χαμένου παραδείσου που είναι μια κοινή ιστορία σε πολλούς πολιτισμούς.

Η ενατένιση του έναστρου και μεγαλειώδους ουρανού γέννησε στο μυαλό των ανθρώπων την πρώτη έννοια του θείου, την ίδια την ουσία της υπερβατικότητας και της ετερότητας. Mysterium tremendum, terrible et fascinans.  Οι άνθρωποι ήξεραν πολύ καλά πως δεν μπορούσαν να τον επηρεάσουν με κανένα τρόπο,  δεν αποζητούσαν τίποτα από αυτόν, απλά λάτρευαν το μεγαλείο του. Για αυτόν τον λόγο, με την πάροδο των αιώνων αποκαθηλώθηκε από την συνείδηση πολλών μυθολόγων. Για παράδειγμα ο Ουρανός των Ελλήνων, ευνουχίζεται από τον γιο του τον Κρόνο, με έναν τρόπο που παριστάνει ανάγλυφα την ανικανότητά αυτών των θεών οι οποίοι ήταν τόσο  μακριά από την καθημερινή ζωή, που κατέληξαν περιθωριακοί.

Κατά την διάρκεια της νεολιθικής περιόδου, εμφανίζεται η μυθολογία των αγροτών . Οι άνθρωποι ανακάλυψαν πως η γη  έχει τεράστιες δυνατότητες για να τους θρέψει, και η τέχνη της γεωργίας αντιμετωπίστηκε με θρησκευτικό δέος.  Καθώς  παρακολουθούσαν του σπόρους από τα βάθη της γης να αναδύονται οι άνθρωποι έβλεπαν την επενέργεια μιας μυστικής θεϊκής δύναμης, ένα είδος Θεοφανίας. Το ιερό πλέον μετατοπίστηκε από τον ουρανό στην γη, στα προϊόντα της και ως εκ τούτου και οι άνθρωποι μετείχαν σε αυτό. Οι τελετουργίες κατέβηκαν σε υπόγεια σπήλαια, εκεί που λατρευόταν η κοινή μητέρα όλων, με την ιδέα πως δεν υπάρχει ζωή χωρίς τον θάνατο, δεν υπάρχει εξέλιξη προς τα πάνω χωρίς πρώτα να κατέβεις στα έγκατα της γης. Δεν υπάρχει ζωή χωρίς τον συμβολικό θάνατο της Περσεφόνης.

Στο επόμενο όμως σημαντικό σταυροδρόμι της ιστορίας, στη γέννηση της αστικής πλέον ζωής, παρατηρείται και μια αστικοποίηση της μυθολογίας, που εξυμνεί το νέο τρόπο διαβίωσης. Ο νέος πολιτισμός ήταν σίγουρα υπέροχος αλλά και εύθραυστος λόγω των συνεχών πολέμων, επαναστάσεων και εκτοπισμών.  Το νέο στοιχείο που κυριαρχεί στους  μύθους των ανθρώπων  ήταν ακριβώς αυτή η ατέρμονη εναλλαγή και πάλη μεταξύ χάους και αρμονίας. Ο πρώτος άνθρωπος που έχτισε πόλη ήταν άλλωστε και ο πρώτος δολοφόνος, ο Κάιν. Οι θεοί πλέον μετακόμισαν και αυτοί στις πόλεις σε ναούς δίπλα στα σπίτια των ανθρώπων και μια ανάλογη δημογεροντία, με συμβούλια των θεών  βρισκόταν και στο βασίλειο τους , όπως και στων ανθρώπων.

Οι θεοί είχαν όμως και πλέον αρχίσει να γίνονται απρόσωποι και χαμένοι στην μακαριότητά τους όσο οι άνθρωποι ανακάλυπταν τις απίστευτες δυνατότητές τους. Ο Γιλγαμές και ο Προμηθέας διακήρυξαν πως ο πολιτισμένος άνθρωπος είναι ανεξάρτητος από το θείο. Η εξουσία είχε περάσει από τους ιερείς και τους βασιλιάδες στους εμπόρους και τα θέματα ατομικής συνείδησης και ηθικής συνέχιζαν να απαντιούνται με την βοήθεια της μυθολογίας, αλλά κάτω από το αυστηρό κριτικό βλέμμα των ανθρώπων.  Ας μην ξεχνάμε πως ο Αισχύλος, ο Σοφοκλής και ο Ευριπίδης έβαλαν τους θεούς στο ειδώλιο με ενόρκους τους θεατές.

Στη σύγχρονη εποχή ο άνθρωπος χρειάζεται ακόμα τους μύθους. Ο Μπόρχες, ο Γκίντερ Γκράς, ο Ίταλο Καλβίνο, ο Σάλμαν Ρούσντι και άλλοι εκπρόσωποι του , λεγόμενου μαγικού ρεαλισμού αμφισβητούν την ηγεμονία του λόγου, συνδυάζουν στο έργο τους το ρεαλιστικό με το ανεξήγητο και την καθημερινή λογική με την μυθική λογική του ονείρου και του παραμυθιού.

Τα κοσμικά μυθιστορήματα μιμούνται τους παραδοσιακούς  μύθους καθώς  τόσο ο συγγραφέας όσο και ο μυθοποιός λειτουργούν στο ίδιο επίπεδο συνείδησης και καταφεύγουν στα ίδια θέματα. Οι συγγραφείς πολλές φορές συνομιλούν με τις αιώνιες, και άχρονες ιστορίες της απώλειας, του αγώνα, της επιστροφής, της εξορίας, της θυσίας, της λύτρωσης,  της γονιμότητας, του θανάτου και της ανάστασης.

Ο Βρετανός Τζορτζ Στάινερ ισχυρίζεται πως η τέχνη του μυθιστορήματος  όπως και μερικά είδη μεταφυσικής εμπειρίας είναι η πιο διεισδυτική και μεταμορφωτική επίκληση που διατίθεται στην ανθρώπινη εμπειρία.

Το μυθιστόρημα όπως και ο μύθος μας μαθαίνει να βλέπουμε τον κόσμο διαφορετικά, μέσα από ένα πρίσμα που ξεπερνά την ατομικότητά μας και την καθημερινότητα. Όπως σημειώνει και η Κάρεν Άρμστρονγκ στο βιβλίο της  Σύντομη Ιστορία του Μύθου:  «Ακόμα και αν οι θρησκευτικοί ηγέτες δεν μπορούν να μας εισαγάγουν στον μυθικό πλούτο, τότε οι καλλιτέχνες και οι συγγραφείς μπορούν να δώσου νέο νόημα στον ακρωτηριασμένο κόσμο μας.»

 

Η οικογένεια του Πασκουάλ Ντουάρτε

300954

Του Γιάννη Αποστόλογλου

 

«Εγώ κύριε δεν είμαι κακός αν και δεν μου έλειψαν οι λόγοι για να γίνω. Όλοι οι θνητοί με τον ίδιο τρόπο γεννιόμαστε, αλλά μεγαλώνοντας η μοίρα μοιάζει να παίζει μαζί μας λες και είμαστε καμωμένοι από πλαστελίνη, ενώ μας σπρώχνει από διαφορετικά μονοπάτια προς το ίδιο τέλος, τον θάνατο.» Κάπως έτσι ξεκινάει τη νουβέλα “Η οικογένεια του Πακουάλ Ντουάρτε” ο Iσπανός νομπελίστας λογοτέχνης Καμίλο Χοσέ Θέλα.

Για αναγνώστες σαν και εμένα που δίνουν βαρύτατη σημασία στην εναρκτήρια πρόταση ενός έργου αυτή η άκρως απολογητική και μοιρολατρική εισαγωγή μου κέντρισε το ενδιαφέρον. Αν και η αλήθεια είναι πως απεχθάνομαι τη μοιρολατρία, καθώς ασπάζομαι τις φιλοσοφικές προεκτάσεις που συμπυκνώνονται στη φράση της Σιμόν ντε Μποβουάρ “Η μοιρολατρία θριαμβεύει επάνω σε αυτούς που πιστεύουν σε αυτήν”.

Όλο το βιβλίο είναι επί της ουσίας μια απολογητική αποστολή του Πασκουάλ Ντουάρτε ενός Ισπανού αγρότη δυστυχισμένου ο οποίος κατηγορούμενος για φόνο βρίσκεται έγκλειστος στις φυλακές περιμένοντας την θανατική του ποινή και καταγράφει τα απομνημονεύματά του με όση διαύγεια του επιτρέπει ο εγκλεισμός του. Αναμνήσεις μιας ζωής που παρά ανέμελη και ξέγνοιαστη ήταν από τα παιδικά της κιόλας χρόνια, μιας και την στοιχειώνουν δυο βίαιοι και δύστροποι γονείς, απρόσμενοι θάνατοι, και εγκατάλειψη.

Στα μάτια μου ο ήρωας φαντάζει αδύναμος, που ποτέ δεν βρήκε τη δύναμη να απαγκιστρωθεί από το παρελθόν του, να ξεπεράσει τις φοβίες του και να πάρει τη ζωή στα χέρια του πλάθωντάς την έτσι όπως την ονειρεύτηκε, καθώς πάντα έκανε ένα βήμα μπροστά και δυο πίσω. Έτσι κατέληξε να είναι μια ύπαρξη παθητική και δραματική.

Ο Πασκουάλ όμως βασανίζεται καθώς είναι πεπεισμένος πως όλα είναι μέρος της μοίρας του που τον καταδυναστεύει για τις αμαρτίες τις δικές του και όχι μόνο, και παρακαλάει τον θεό απεγνωσμένα για συγχώρεση. Έναν θεό όμως τόσο απόμακρο που μοιάζει να είναι απών.

Το ερώτημα που θέτει ο Θέλα μέσω της νουβέλας του είναι βαθιά φιλοσοφικό. Οι πράξεις του ανθρώπου καθορίζονται από την μοίρα, είναι προδιαγεγραμμένες από κάποιο αόρατο χέρι ή μήπως είναι αποτέλεσμα των πράξεών του, ως αποτέλεσμα της ελεύθερης βούλησης;

Η απάντηση που δίνει ο κάθε ένας είναι διαφορετική ανάλογα με τη φιλοσοφική θεώρηση περί των πραγμάτων που έχει και την κοσμοαντίληψη του.

Για μια ημιτελή «ελεγεία» των αισθήσεων.

iagoyaros

Του Γιάννη Αποστόλογλου

 

Είναι ο χρόνος σύμμαχος για τους βιβλιόφιλους; Οι περισσότεροι θα απαντούσαμε αρνητικά στην ερώτηση αυτή για διάφορους λόγους.

Καταρχάς, το πιο τρανταχτό επιχείρημα για να υπερασπιστεί κάποιος αυτή την θέση είναι, πως στο πεπερασμένο χρονικό διάστημα που διαρκεί η ανθρώπινη ζωή κανένας, όσο και να το θέλει, δεν έχει τη δυνατότητα να διαβάσει όλα εκείνα τα έργα που θεωρούνται κλασικά, που έχουν διαμορφώσει λογοτεχνικά ρεύματα και σχολές, επηρεάζοντας έτσι σε μέγιστο βαθμό την τέχνη αυτή.

Εκτός αυτού, πρέπει να ειπωθεί πως η ηλικία στην οποία θα διαβαστούν κάποια βιβλία παίζει σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση των αναγνωστικών συνηθειών, στους δρόμους που θα ανοίξουν αλλά και στην επιρροή τους στον χαρακτήρα. Έτσι και η ηλικία στην οποία επιλέγονται τα κατάλληλα βιβλία – ή μήπως τα βιβλία επιλέγουν εμάς;- αποτελεί έναν ακόμη χρονικό περιορισμό που βασανίζει πολλούς αναγνώστες.

Επίσης, δεν θα πρέπει να παραβλέψουμε το γεγονός πως πολλά έργα, έχουν χαθεί στην λήθη του χρόνου, έχοντας σκεπαστεί από την σκόνη της ιστορίας μια και καλή. Είναι μακρύς ο κατάλογος των κειμένων από την αρχαία ακόμα εποχή που δεν έχουν διασωθεί και δεν τα γνωρίζουμε από πρώτο χέρι, παρά μόνο από αναφορές στα έργα τρίτων.

Τέλος ο χρόνος, πολλές φορές άκομψα, παίρνει από κοντά μας συγγραφείς που έχουν αφήσει ημιτελές το συγγραφικό τους έργο. Ο Σολωμός, ο Σικελιανός, ο Πόε, ο Κάφκα, ο Σάλιντζερ, ο Καμύ για να αναφέρω μερικούς, βρίσκονται ανάμεσα στους πολλούς που χτυπήθηκαν από το βέλος του θανάτου προτού ολοκληρώσουν κάποια από τα έργα τους.

Για να μην είμαστε όμως εντελώς άδικοι, πρέπει να αναγνωρίσουμε πως ο χρόνος μπορεί να μας προσφέρει και κάποιες μικρές απολαύσεις ως αντίτιμο.

Για παράδειγμα, η ανάγνωση ενός διαφορετικού βιβλίου του ίδιου συγγραφέα μετά απο την πάροδο κάποιων ετών είναι μια εμπειρία που ξυπνάει αναμνήσεις.

Κάτι τέτοιο συνέβη αυτήν την εβδομάδα που διάβασα το “Κάτω από τον ιαγουάρο ήλιο” του Ίταλο Καλβίνο. Στα φοιτητικά μου χρόνια είχα διαβάσει τις “Αόρατες πόλεις” , και το «Η μέρα ενός εκλογικού αντιπροσώπου» του ίδιου, και σχεδόν αμέσως μετά είχα προμηθευτεί τον Ιαγουάρο ήλιο, αλλά για κάποιον αδιευκρίνιστο λόγο βρισκόταν στο τμήμα της βιβλιοθήκης με τα “προς ανάγνωση” βιβλία για κάποια χρόνια, ίσως περισσότερα από έξι.

Το βιβλίο αυτό είναι ένας ημιτελής ύμνος προς τις αισθήσεις. Προφανώς ημιτελής, όπως σημειώνει και ο μεταφραστής του έργου Ανταίος Χρυσοστομίδης, αφού λείπουν τα διηγήματα για την αφή και την όραση που μας τα στέρησε ο αιφνίδιος θάνατος του Ίταλο Καλβίνο το 1984.

Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί ως πρώτη ύλη τις αισθήσεις για να αφηγηθεί τις ιστορίες των ηρώων του. Ιστορίες που περιστρέφονται γύρω από μια συγκεκριμένη αίσθηση κάθε φορά, και ήρωες που έχουν δευτερεύουσα θέση στα διηγήματα αυτά.

Στο πρώτο διήγημα το οποίο διαδραματίζεται σε τρεις διαφορετικές εποχές, η όσφρηση συνδέεται με την αναζήτηση και την ανάμνηση μιας γυναίκας.

Σε ένα παριζιάνικο αρωματοπωλείο, όπου τα φίνα και τα ευαίσθητα αρώματα κυριαρχούν στο χώρο γύρω τους, που ακόμα και οι δεσποινίδες που εργάζονται εκεί αποκτούν τις ιδιότητες αυτών των αρωμάτων, ένας μπον βιβέρ αστός αναζητά μια γυναίκα. Η μόνη ανάμνηση που έχει από αυτή, είναι το άρωμά της και κανένα άλλο στοιχείο για την ταυτότητά της. Μια γυναίκα με την οποία μοιράστηκε έναν και μοναδικό χορό σε κάποια χοροεσπερίδα της προηγούμενης βραδιάς και αμέσως μετά έχασε τα ίχνη της.

Είναι γυναίκα των ιασμελαίων των εσπεριδοειδών ή των έντονων ανατολικών μυρωδιών”; τον ρωτά η ιδιοκτήτρια του αρωματοπωλείου, ταυτίζοντας έτσι το άρωμα με μια ολόκληρη γυναικεία ύπαρξη.

Αγαπημένο μου σημείο αποτελεί η περιγραφή του τελετουργικού που προηγείται πριν το άνοιγμα του μπουκαλιού κάθε αρώματος που προσφέρουν οι ιέρειες των αρωμάτων, οι εργαζόμενες, στον απελπισμένο αναζητητή. Ιέρειες που γνωρίζουν καλά το μυστικό πως κάθε άρωμα μπορεί να δονήσει διαφορετικές συχνότητες στην ψυχή.

Από το Παρίσι ο συγγραφέας μας μεταφέρει σε μια άλλη ευρωπαϊκή μητρόπολη, το κοσμοπολίτικο Λονδίνο, όπου το μέλος μιας ροκ μπάντας ζει σε ξέφρενους ρυθμούς και κάτω από τους ήχους της μουσικής αναζητά πάλι το θηλυκό ταίρι του. Αυτή τη φορά ανάμεσα σε πιο γήινες και πιο ανθρώπινες, ίσως πιο χυδαίες μυρωδιές. Αυτές του ιδρώτα, του αλκοόλ, των στομαχικών υγρών και της φερομόνης.

Σας βεβαιώνω είναι πολύ δύσκολο να καταλάβεις την μυρωδιά του δέρματος μιας κοπέλας ειδικά όταν είναι στοιβαγμένοι τόσοι πολλοί άνθρωποι, κι όμως να που νιώθω από κάτω μου το λευκό σίγουρα δέρμα μιας κοπέλας, μια λευκή μυρωδιά με την ιδιαίτερη εκείνη δύναμη του λευκού, μια ελαφρώς διάστικτη μυρωδιά δέρματος πιθανότατα χρωματισμένου από ίσως αόρατες φακίδες, ένα δέρμα που αναπνέει όπως οι πόροι των φύλλων στα λιβάδια κι όλη η βρώμα που υπήρχε ολόγυρα μένει μακριά από αυτό το δέρμα ας πούμε 2 εκατοστά ή ίσως μερικά μόνο χιλιοστά”

Τέλος, ακολουθώντας αυτή την πτωτική πορεία φτάνει στους πρωτανθρώπους και τις πρωταρχικές υπό διαμόρφωση κοινωνίες που κυριαρχούν τα πιο άγρια πάθη. Εκεί που η αίσθηση της όσφρησης προσέδιδε πληροφορίες ακριβέστερες και από αυτές των λέξεων. Έτσι και αλλιώς οι λέξεις έχουν περιοριστικό χαρακτήρα . Η σταθερά όμως είναι η ίδια, κάθε θηλυκό έχει την δική του μυρωδιά που το κάνει να ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα της αγέλης .

Για κάθε γυναικείο δέρμα υπάρχει ένα άρωμα που εκθειάζει το άρωμα του δέρματος, η νότα σε μια κλίμακα που είναι ταυτόχρονα χρώματος και γεύσης και μυρωδιάς και απαλότητας και έτσι η ηδονή του να περνάς από δέρμα σε δέρμα μπορεί να μην έχει τέλος”.

Το δεύτερο διήγημα τιτλοφορείται “Κάτω από τον Ιαγουάρο ήλιο” και εξελίσσεται στο Μεξικό όπου ο καυτός ήλιος συνδυάζεται άψογα και αρμονικά με την πικάντικη γεύση της μεξικάνικης κουζίνας.

Πόσο μάλλον που η αφήγηση ξεκινά από ένα πρώην μοναστήρι, το οποίο έχει μετατραπεί σε ξενοδοχείο και οι πικάντικες αυτές γεύσεις λες και δημιουργήθηκαν για να αναπληρώσουν την ένταση άλλων απαγορευμένων απολαύσεων. Το ζευγάρι των τουριστών που πρωταγωνιστεί σε αυτό το διήγημα αφήνεται στην απόλυτη εμπειρία της γευσιγνωσίας συνεπαρμένο από τις πρωτόγνωρες απολαύσεις του ουρανίσκου.

Τα χείλη της Ολίβια ενώ συνέχιζαν να μασάνε, κάθε τόσο επιβράδυναν το ρυθμό τους δίνοντας την αίσθηση πως ήταν έτοιμα να σταματήσουν κι όμως δεν διέκοπταν ποτέ την κίνησή τους λες και δεν ήθελαν να ατονίσει η εσωτερική τους ηχώ. Το νιώθεις; το ένιωσες; επαναλάμβανε διαρκώς με ένα είδος αγωνίας, λες κι εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή τα δόντια μας θρυμμάτιζαν την ίδια ακριβώς μπουκιά, λες και οι δέκτες της γλώσσας μας συνελάμβαναν την ίδια αρωματική νότα….”

Με αφορμή την επίσκεψη σε αρχαίους ναούς των Αζτέκων όπου η υποψία της βρώσης των θυμάτων των ανθρωποθυσιών από τους ιερείς είναι κρυμμένη στα λόγια των ξεναγών τους, το ζευγάρι ζει τον έρωτά του μέσα από την αναπαράσταση της ανθρωποφαγίας ως συμβολικής πράξης που υποδηλώνει πως ο κάθε ένας είναι έτοιμος να δοθεί ολοκληρωτικά στον άλλον.

Φανταζόμουν την αίσθηση των δοντιών της να βυθίζονται στο κρέας μου και ένιωθα την γλώσσα της να με σπρώχνει προς τον ουρανίσκο της , να με τυλίγει με σάλιο, κι ύστερα να με ρίχνει πάνω στους κυνόδοντές της. Καθόμουν εκεί μπροστά της αλλά ταυτόχρονα ένιωθα πως βρισκόμουν μέσα στο στόμα της θρυματιζόμενος και κατασπαρασόμενος στην κάθε μου ίνα. Κι ήταν μια κατάσταση όχι εντελώς παθητική αφού, ενώ εκείνη με μάσαγε, εγώ της μετέδιδα αισθήσεις που ξεκινούσαν από τις κόρες των ματιών της και απλώνονταν σε όλο το κορμί της , προκαλώντας ατέλειωτες δονήσεις: ήταν μια αμοιβαία ολοκληρωμένη σχέση που μας σάρωνε και μας παρέσυρε και τους δυο μαζί”.

Το τρίτο διήγημα, που κινείται στα όρια μιας έντονα σκοτεινής, σχεδόν καφκικής ατμόσφαιρας, αφορά την αίσθηση της ακοής . Εδώ ο πρωταγωνιστής, κάποιος βασιλιάς, βρίσκεται στην απόλυτη ερημιά και μοναξιά. Το βασιλικό δωμάτιο του θρόνου στο οποίο είναι απομονωμένος ίσως ταυτόχρονα είναι και το κελί του,  η φυλακή του. Κάθεται σχεδόν αμήχανα και αφουγκράζεται τον χρόνο που κυλάει. Εποπτεύει το βασίλειο και το παλάτι του μόνο από τους ήχους και την καθημερινή κανονικότητα που αυτοί παρουσιάζουν.

Το παλάτι είναι ένα ρολόι: Τα ακουστικά ψηφία του ακολουθούν την πορεία του ήλιου, οι αόρατοι δείκτες του δείχνουν την αλλαγή φρουράς στις πολεμίστρες, στο ποδοβολητό που ακούγεται από τις σόλες με τα καρφιά, και στον κρότο που κάνουν οι υποκόπανοι καθώς χτυπάνε στο πάτωμα , έρχεται να απαντήσει ο τριγμός των χαλικιών κάτω από τις ερπύστριες των τανκς που κάνουν ασκήσεις στην πλατεία. Αν αυτοί οι θόρυβοι επαναλαμβάνονται με την συνηθισμένη σειρά , με τα πρέποντα διαλείμματα, μπορείς να συνεχίσεις να κοιμάσαι ήσυχος”.

Το κείμενο κλιμακώνεται βαθμιαία καταλήγοντας σε ένα κρεσέντο ήχων που συνάδει απόλυτα με την ένταση των συναισθημάτων του βασιλιά, καθώς τον κυριεύει το άγχος πως κάποια συνωμοσία που αποσκοπεί στην εκθρόνιση του, είναι σε εξέλιξη. Είναι συναρπαστικό το πως οι ήχοι που διεγείρουν την ακουστική αίσθηση συνταιριάζουν απόλυτα με τις σκέψεις και τις αγωνίες του βασιλιά, που καταλήγει να συναντά τρόπον τινά το alter ego του.  Εδώ η γυναικεία παρουσία είναι επίσης παρούσα μόνο με την φωνή της και αποτελεί μια φασματική παρουσία, μια οπτασία, γέννημα της φαντασίας, ή ίσως μια ανάμνηση.

Ενδεχομένως, το διήγημα αυτό να είναι αλληγορικό θέλοντας να παρουσιάσει το γεγονός ότι οι άνθρωποι που κατέχουν μια εξουσία αναλώνονται στο πώς να γραπωθούν σε αυτήν, παρά να παράγουν κάτι θετικό με τη δύναμη που τους δίνεται εγκλωβισμένοι έτσι σε ένα φαύλο κύκλο.

Ο Καλβίνο φαίνεται πως πραγματικά έχει χτενίσει την κάθε πρόταση με τόση επιμέλεια που το αποτέλεσμα είναι απολαυστικό και για τον πιο απαιτητικό αναγνώστη. Η χρήση του λόγου απο τον συγγραφέα κεντρίζει και εξιτάρει αλλά σε αυτό το σημείο δεν θα πρέπει να παραβλέψουμε και τη συμβολή της έξοχης μεταφραστικής δουλειάς του Ανταίου Χρυσοστομίδη.