Για μια ημιτελή «ελεγεία» των αισθήσεων.

iagoyaros

Του Γιάννη Αποστόλογλου

 

Είναι ο χρόνος σύμμαχος για τους βιβλιόφιλους; Οι περισσότεροι θα απαντούσαμε αρνητικά στην ερώτηση αυτή για διάφορους λόγους.

Καταρχάς, το πιο τρανταχτό επιχείρημα για να υπερασπιστεί κάποιος αυτή την θέση είναι, πως στο πεπερασμένο χρονικό διάστημα που διαρκεί η ανθρώπινη ζωή κανένας, όσο και να το θέλει, δεν έχει τη δυνατότητα να διαβάσει όλα εκείνα τα έργα που θεωρούνται κλασικά, που έχουν διαμορφώσει λογοτεχνικά ρεύματα και σχολές, επηρεάζοντας έτσι σε μέγιστο βαθμό την τέχνη αυτή.

Εκτός αυτού, πρέπει να ειπωθεί πως η ηλικία στην οποία θα διαβαστούν κάποια βιβλία παίζει σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση των αναγνωστικών συνηθειών, στους δρόμους που θα ανοίξουν αλλά και στην επιρροή τους στον χαρακτήρα. Έτσι και η ηλικία στην οποία επιλέγονται τα κατάλληλα βιβλία – ή μήπως τα βιβλία επιλέγουν εμάς;- αποτελεί έναν ακόμη χρονικό περιορισμό που βασανίζει πολλούς αναγνώστες.

Επίσης, δεν θα πρέπει να παραβλέψουμε το γεγονός πως πολλά έργα, έχουν χαθεί στην λήθη του χρόνου, έχοντας σκεπαστεί από την σκόνη της ιστορίας μια και καλή. Είναι μακρύς ο κατάλογος των κειμένων από την αρχαία ακόμα εποχή που δεν έχουν διασωθεί και δεν τα γνωρίζουμε από πρώτο χέρι, παρά μόνο από αναφορές στα έργα τρίτων.

Τέλος ο χρόνος, πολλές φορές άκομψα, παίρνει από κοντά μας συγγραφείς που έχουν αφήσει ημιτελές το συγγραφικό τους έργο. Ο Σολωμός, ο Σικελιανός, ο Πόε, ο Κάφκα, ο Σάλιντζερ, ο Καμύ για να αναφέρω μερικούς, βρίσκονται ανάμεσα στους πολλούς που χτυπήθηκαν από το βέλος του θανάτου προτού ολοκληρώσουν κάποια από τα έργα τους.

Για να μην είμαστε όμως εντελώς άδικοι, πρέπει να αναγνωρίσουμε πως ο χρόνος μπορεί να μας προσφέρει και κάποιες μικρές απολαύσεις ως αντίτιμο.

Για παράδειγμα, η ανάγνωση ενός διαφορετικού βιβλίου του ίδιου συγγραφέα μετά απο την πάροδο κάποιων ετών είναι μια εμπειρία που ξυπνάει αναμνήσεις.

Κάτι τέτοιο συνέβη αυτήν την εβδομάδα που διάβασα το “Κάτω από τον ιαγουάρο ήλιο” του Ίταλο Καλβίνο. Στα φοιτητικά μου χρόνια είχα διαβάσει τις “Αόρατες πόλεις” , και το «Η μέρα ενός εκλογικού αντιπροσώπου» του ίδιου, και σχεδόν αμέσως μετά είχα προμηθευτεί τον Ιαγουάρο ήλιο, αλλά για κάποιον αδιευκρίνιστο λόγο βρισκόταν στο τμήμα της βιβλιοθήκης με τα “προς ανάγνωση” βιβλία για κάποια χρόνια, ίσως περισσότερα από έξι.

Το βιβλίο αυτό είναι ένας ημιτελής ύμνος προς τις αισθήσεις. Προφανώς ημιτελής, όπως σημειώνει και ο μεταφραστής του έργου Ανταίος Χρυσοστομίδης, αφού λείπουν τα διηγήματα για την αφή και την όραση που μας τα στέρησε ο αιφνίδιος θάνατος του Ίταλο Καλβίνο το 1984.

Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί ως πρώτη ύλη τις αισθήσεις για να αφηγηθεί τις ιστορίες των ηρώων του. Ιστορίες που περιστρέφονται γύρω από μια συγκεκριμένη αίσθηση κάθε φορά, και ήρωες που έχουν δευτερεύουσα θέση στα διηγήματα αυτά.

Στο πρώτο διήγημα το οποίο διαδραματίζεται σε τρεις διαφορετικές εποχές, η όσφρηση συνδέεται με την αναζήτηση και την ανάμνηση μιας γυναίκας.

Σε ένα παριζιάνικο αρωματοπωλείο, όπου τα φίνα και τα ευαίσθητα αρώματα κυριαρχούν στο χώρο γύρω τους, που ακόμα και οι δεσποινίδες που εργάζονται εκεί αποκτούν τις ιδιότητες αυτών των αρωμάτων, ένας μπον βιβέρ αστός αναζητά μια γυναίκα. Η μόνη ανάμνηση που έχει από αυτή, είναι το άρωμά της και κανένα άλλο στοιχείο για την ταυτότητά της. Μια γυναίκα με την οποία μοιράστηκε έναν και μοναδικό χορό σε κάποια χοροεσπερίδα της προηγούμενης βραδιάς και αμέσως μετά έχασε τα ίχνη της.

Είναι γυναίκα των ιασμελαίων των εσπεριδοειδών ή των έντονων ανατολικών μυρωδιών”; τον ρωτά η ιδιοκτήτρια του αρωματοπωλείου, ταυτίζοντας έτσι το άρωμα με μια ολόκληρη γυναικεία ύπαρξη.

Αγαπημένο μου σημείο αποτελεί η περιγραφή του τελετουργικού που προηγείται πριν το άνοιγμα του μπουκαλιού κάθε αρώματος που προσφέρουν οι ιέρειες των αρωμάτων, οι εργαζόμενες, στον απελπισμένο αναζητητή. Ιέρειες που γνωρίζουν καλά το μυστικό πως κάθε άρωμα μπορεί να δονήσει διαφορετικές συχνότητες στην ψυχή.

Από το Παρίσι ο συγγραφέας μας μεταφέρει σε μια άλλη ευρωπαϊκή μητρόπολη, το κοσμοπολίτικο Λονδίνο, όπου το μέλος μιας ροκ μπάντας ζει σε ξέφρενους ρυθμούς και κάτω από τους ήχους της μουσικής αναζητά πάλι το θηλυκό ταίρι του. Αυτή τη φορά ανάμεσα σε πιο γήινες και πιο ανθρώπινες, ίσως πιο χυδαίες μυρωδιές. Αυτές του ιδρώτα, του αλκοόλ, των στομαχικών υγρών και της φερομόνης.

Σας βεβαιώνω είναι πολύ δύσκολο να καταλάβεις την μυρωδιά του δέρματος μιας κοπέλας ειδικά όταν είναι στοιβαγμένοι τόσοι πολλοί άνθρωποι, κι όμως να που νιώθω από κάτω μου το λευκό σίγουρα δέρμα μιας κοπέλας, μια λευκή μυρωδιά με την ιδιαίτερη εκείνη δύναμη του λευκού, μια ελαφρώς διάστικτη μυρωδιά δέρματος πιθανότατα χρωματισμένου από ίσως αόρατες φακίδες, ένα δέρμα που αναπνέει όπως οι πόροι των φύλλων στα λιβάδια κι όλη η βρώμα που υπήρχε ολόγυρα μένει μακριά από αυτό το δέρμα ας πούμε 2 εκατοστά ή ίσως μερικά μόνο χιλιοστά”

Τέλος, ακολουθώντας αυτή την πτωτική πορεία φτάνει στους πρωτανθρώπους και τις πρωταρχικές υπό διαμόρφωση κοινωνίες που κυριαρχούν τα πιο άγρια πάθη. Εκεί που η αίσθηση της όσφρησης προσέδιδε πληροφορίες ακριβέστερες και από αυτές των λέξεων. Έτσι και αλλιώς οι λέξεις έχουν περιοριστικό χαρακτήρα . Η σταθερά όμως είναι η ίδια, κάθε θηλυκό έχει την δική του μυρωδιά που το κάνει να ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα της αγέλης .

Για κάθε γυναικείο δέρμα υπάρχει ένα άρωμα που εκθειάζει το άρωμα του δέρματος, η νότα σε μια κλίμακα που είναι ταυτόχρονα χρώματος και γεύσης και μυρωδιάς και απαλότητας και έτσι η ηδονή του να περνάς από δέρμα σε δέρμα μπορεί να μην έχει τέλος”.

Το δεύτερο διήγημα τιτλοφορείται “Κάτω από τον Ιαγουάρο ήλιο” και εξελίσσεται στο Μεξικό όπου ο καυτός ήλιος συνδυάζεται άψογα και αρμονικά με την πικάντικη γεύση της μεξικάνικης κουζίνας.

Πόσο μάλλον που η αφήγηση ξεκινά από ένα πρώην μοναστήρι, το οποίο έχει μετατραπεί σε ξενοδοχείο και οι πικάντικες αυτές γεύσεις λες και δημιουργήθηκαν για να αναπληρώσουν την ένταση άλλων απαγορευμένων απολαύσεων. Το ζευγάρι των τουριστών που πρωταγωνιστεί σε αυτό το διήγημα αφήνεται στην απόλυτη εμπειρία της γευσιγνωσίας συνεπαρμένο από τις πρωτόγνωρες απολαύσεις του ουρανίσκου.

Τα χείλη της Ολίβια ενώ συνέχιζαν να μασάνε, κάθε τόσο επιβράδυναν το ρυθμό τους δίνοντας την αίσθηση πως ήταν έτοιμα να σταματήσουν κι όμως δεν διέκοπταν ποτέ την κίνησή τους λες και δεν ήθελαν να ατονίσει η εσωτερική τους ηχώ. Το νιώθεις; το ένιωσες; επαναλάμβανε διαρκώς με ένα είδος αγωνίας, λες κι εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή τα δόντια μας θρυμμάτιζαν την ίδια ακριβώς μπουκιά, λες και οι δέκτες της γλώσσας μας συνελάμβαναν την ίδια αρωματική νότα….”

Με αφορμή την επίσκεψη σε αρχαίους ναούς των Αζτέκων όπου η υποψία της βρώσης των θυμάτων των ανθρωποθυσιών από τους ιερείς είναι κρυμμένη στα λόγια των ξεναγών τους, το ζευγάρι ζει τον έρωτά του μέσα από την αναπαράσταση της ανθρωποφαγίας ως συμβολικής πράξης που υποδηλώνει πως ο κάθε ένας είναι έτοιμος να δοθεί ολοκληρωτικά στον άλλον.

Φανταζόμουν την αίσθηση των δοντιών της να βυθίζονται στο κρέας μου και ένιωθα την γλώσσα της να με σπρώχνει προς τον ουρανίσκο της , να με τυλίγει με σάλιο, κι ύστερα να με ρίχνει πάνω στους κυνόδοντές της. Καθόμουν εκεί μπροστά της αλλά ταυτόχρονα ένιωθα πως βρισκόμουν μέσα στο στόμα της θρυματιζόμενος και κατασπαρασόμενος στην κάθε μου ίνα. Κι ήταν μια κατάσταση όχι εντελώς παθητική αφού, ενώ εκείνη με μάσαγε, εγώ της μετέδιδα αισθήσεις που ξεκινούσαν από τις κόρες των ματιών της και απλώνονταν σε όλο το κορμί της , προκαλώντας ατέλειωτες δονήσεις: ήταν μια αμοιβαία ολοκληρωμένη σχέση που μας σάρωνε και μας παρέσυρε και τους δυο μαζί”.

Το τρίτο διήγημα, που κινείται στα όρια μιας έντονα σκοτεινής, σχεδόν καφκικής ατμόσφαιρας, αφορά την αίσθηση της ακοής . Εδώ ο πρωταγωνιστής, κάποιος βασιλιάς, βρίσκεται στην απόλυτη ερημιά και μοναξιά. Το βασιλικό δωμάτιο του θρόνου στο οποίο είναι απομονωμένος ίσως ταυτόχρονα είναι και το κελί του,  η φυλακή του. Κάθεται σχεδόν αμήχανα και αφουγκράζεται τον χρόνο που κυλάει. Εποπτεύει το βασίλειο και το παλάτι του μόνο από τους ήχους και την καθημερινή κανονικότητα που αυτοί παρουσιάζουν.

Το παλάτι είναι ένα ρολόι: Τα ακουστικά ψηφία του ακολουθούν την πορεία του ήλιου, οι αόρατοι δείκτες του δείχνουν την αλλαγή φρουράς στις πολεμίστρες, στο ποδοβολητό που ακούγεται από τις σόλες με τα καρφιά, και στον κρότο που κάνουν οι υποκόπανοι καθώς χτυπάνε στο πάτωμα , έρχεται να απαντήσει ο τριγμός των χαλικιών κάτω από τις ερπύστριες των τανκς που κάνουν ασκήσεις στην πλατεία. Αν αυτοί οι θόρυβοι επαναλαμβάνονται με την συνηθισμένη σειρά , με τα πρέποντα διαλείμματα, μπορείς να συνεχίσεις να κοιμάσαι ήσυχος”.

Το κείμενο κλιμακώνεται βαθμιαία καταλήγοντας σε ένα κρεσέντο ήχων που συνάδει απόλυτα με την ένταση των συναισθημάτων του βασιλιά, καθώς τον κυριεύει το άγχος πως κάποια συνωμοσία που αποσκοπεί στην εκθρόνιση του, είναι σε εξέλιξη. Είναι συναρπαστικό το πως οι ήχοι που διεγείρουν την ακουστική αίσθηση συνταιριάζουν απόλυτα με τις σκέψεις και τις αγωνίες του βασιλιά, που καταλήγει να συναντά τρόπον τινά το alter ego του.  Εδώ η γυναικεία παρουσία είναι επίσης παρούσα μόνο με την φωνή της και αποτελεί μια φασματική παρουσία, μια οπτασία, γέννημα της φαντασίας, ή ίσως μια ανάμνηση.

Ενδεχομένως, το διήγημα αυτό να είναι αλληγορικό θέλοντας να παρουσιάσει το γεγονός ότι οι άνθρωποι που κατέχουν μια εξουσία αναλώνονται στο πώς να γραπωθούν σε αυτήν, παρά να παράγουν κάτι θετικό με τη δύναμη που τους δίνεται εγκλωβισμένοι έτσι σε ένα φαύλο κύκλο.

Ο Καλβίνο φαίνεται πως πραγματικά έχει χτενίσει την κάθε πρόταση με τόση επιμέλεια που το αποτέλεσμα είναι απολαυστικό και για τον πιο απαιτητικό αναγνώστη. Η χρήση του λόγου απο τον συγγραφέα κεντρίζει και εξιτάρει αλλά σε αυτό το σημείο δεν θα πρέπει να παραβλέψουμε και τη συμβολή της έξοχης μεταφραστικής δουλειάς του Ανταίου Χρυσοστομίδη.

Advertisements

Τα Θηλαστικά

9789600511901
Του Γιάννη Αποστόλογλου

Σε πόσες οικογένειες, τουλάχιστον σε αυτές που διεκδικούν τον χαρακτηρισμό “τυπικές”, δεν υπάρχει έστω και ένας συγγενής ο οποίος φέρει τον χαρακτηρισμό του αποτυχημένου, του ασώτου; Αυτό το μαύρο πρόβατο της αγέλης, που όλες οι μανάδες προειδοποιούν τα παιδιά τους να προσέχουν γιατί αλλιώς κινδυνεύουν και γίνουν σαν αυτόν.

«Κάθε τυπική οικογένεια διαθέτει υποχρεωτικά έναν αποτυχημένο· μια οικογένεια χωρίς αποτυχημένο δεν είναι πραγματική οικογένεια, αφού της λείπει το θεμελιώδες στοιχείο που θα την αμφισβητεί και θα τη νομιμοποιεί.»

Σε αυτή την φράση θεμελιώνεται όλο το μυθιστόρημα του Πιερ Μερό, «Τα Θηλαστικά». Τον ρόλο του αποτυχημένου τον επωμίζεται ο θείος, και ο Μερό κατασκευάζει έναν χαρακτήρα ο οποίος σίγουρα έχει καταλάβει μια θέση στους αγαπημένους μου μυθιστορηματικούς ήρωες.

Ο θείος λοιπόν, είναι ένας αποτυχημένος μεσήλικας. Αποτυχημένος φύσει και θέσει,για τις συνειδήσεις καθώς πρέπει συγγενών. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως ήταν πάντα τέτοιος. Φέρελπις στα νεανικά του χρόνια, με καλές σπουδές που κάπου στην πορεία όμως αποκλίνει των στόχων και των υψηλών ετεροκαθορισμένων προσδοκιών. Η ύπαρξη του σαφώς και παίζει ζωτικής σημασίας ρόλο καθώς επιβεβαιώνει το αίσθημα της επιτυχίας για τα υπόλοιπα μέλη.

Η εξίσωση της ζωής του αποτελείται από αλκοολικές νέον πινακίδες των σκοτεινών μπαρ με τις χλωμές υπάρξεις, την ανικανότητά του να αγαπήσει καθώς είναι επιρρεπής στις συναισθηματικές αυτοκτονίες, τις ανυπόφορες δουλειές, τις αποτυχημένες απόπειρες ψυχανάλυσης, και καμιά σαρανταριά τσιγάρα ημερησίως. Βιώνει στο έπακρον την φράση του Αντουάν Μπλοντέν: «εδώ και τριάντα χρόνια κρύβω τη φήμη μου στα μπαρ». Κύρια θέση στην ζωή του θείου όμως κατέχει η σκληρή μοναξιά και η έλλειψη συντροφικότητας, απόδειξη, εκτός των άλλων, μιας παταγώδους αποτυχίας.

Οι κοινωνικοί προβληματισμοί του συγγραφέα είναι διάχυτοι σε όλη την έκταση του μυθιστορήματος. Προβληματισμοί οι οποίοι θέτουν την αστική οικογένεια ως μικρογραφία της κοινωνίας στο στόχαστρο, με τον συγγραφέα σε ρόλο σκοπευτή να πυροβολεί όλα τα κακώς κείμενα και τις μικροαστικές αγχώδεις, σχεδόν ασφυκτικές, συμπεριφορές που την διακατέχουν, υπό το πρόσχημα πάντα της αγάπης. Συμπεριφορές που δεν είναι τίποτα άλλο από ένα μηχανισμό παραγωγής ενοχών, σεξουαλικών εμμονών και χρόνιων κόμπλεξ. Η οικογένεια χρησιμοποιείται ως προπύργιο για την καυστική, ειρωνική και εως ενός σημείου αδυσώπητη κριτική του, αλλά είναι η κοινωνία και ο δυτικός τρόπος ζωής που αποτελεί το μεγάλο στόχο.

Ο Μερό διαθέτει ένα στυλ ιδιαίτερο που σε πολλά σημεία θυμίζει τον Ουέλμπεκ και τον Μπουκόφσκι. Όπως έγραψε χαρακτηριστικά η Le Nouvel Observateur “οι καταραμένοι της δύσης βρήκαν τον καινούριο τροβαδούρο τους”.
Με λόγο αρκετά ποιητικό που διακατέχεται από μία πνοή ελαφριάς απόγνωσης, και έντονα σαρκαστικό, μαύρο μα και καλοδεχούμενο χιούμορ που χαλαρώνει τα γκέμια της διάθεσης του αναγνώστη για να τα τραβήξει και πάλι αμέσως μετά με περισσότερη δύναμη.

Το βασικό χαρακτηριστικό της γραφής του Μερό, σε αυτό το βιβλίο, είναι οι διαρκείς εναλλαγές αφηγηματικών προσώπων. Ξεκινώντας από το τρίτο ενικό της περιγραφής, περνάει στο πρώτο ενικό γεγονός που υποψιάζει τον αναγνώστη πως εκείνα τα κομμάτια αποτελούν βιογραφικά ή προσωπικά βιώματα του Πιερ Μερό και από εκεί στο δεύτερο πληθυντικό που τοποθετεί τον αναγνώστη στο κέντρο του μυθιστορήματος, στην θέση του ήρωα, αναγκάζοντάς τον να ταυτιστεί με έναν τύπο που είναι χαμένος από χέρι.

Τα «Θηλαστικά» δεν είναι τυχαίο που απέκτησαν μεγάλη απήχηση στο γαλλικό και όχι μόνο κοινό, και τιμήθηκαν το 2003 με το βραβείο Flore. Σίγουρα στην επόμενη εξόρμηση στα βιβλιοπωλεία θα αναζητήσω κάτι του ίδιου συγγραφέα.

Rock σελίδες

1376476_607182622666163_1173380841_n

Του Γιάννη Αποστόλογλου

Όλοι όσοι παρακολουθούν την μακρόχρονη μουσική πορεία του Γιάννη Αγγελάκα, γνωρίζουν τις απόψεις του είτε έτσι όπως αυτές εκφράζονται δια μέσου των στίχων του, όσο και από την παρουσία του σε συναυλιακές εκδηλώσεις που αναδεικνύουν την αλληλεγγύη του σε κοινωνικούς αγώνες. Πρόσφατο παράδειγμα αποτελεί άλλωστε η παρουσία του στην συναυλία της Ιερισσού ενάντια στην υποβάθμιση της ποιότητας ζωής και της καταστροφής της φύσης από την δραστηριότητα των μεταλλείων χρυσού.

Συνεντεύξεις στα μέσα μαζικής ενημέρωσης δίνει ελάχιστες, καθώς θεωρεί πως αυτές εκφυλίζονται σε διαδικασίες τυπικού χαρακτήρα. Δεν θα μπορούσε να γίνει και αλλιώς εξάλλου, καθώς θεωρεί τα μέσα μαζικής ενημέρωσης τον βασικότερο παράγοντα που επιβάλλει την υποκουλτούρα στην κοινωνία. Μόνο τυχαίο δεν είναι πως αναπολεί την εποχή των πειρατικών ραδιοσταθμών όπου το μεράκι και η ελεύθερη έκφραση κυριαρχούσε ενώ όταν εισήλθε το κέρδος και η ιδιωτικοποίηση χάθηκε η μαγεία και η αγνότητα.

Για αυτό τον λόγο όταν οι λιγοστές συνεντεύξεις του από το 1985 έως το 2000 συλλέχθηκαν και καταγράφηκαν σε ένα βιβλίο, μαζί με τους στίχους όλων των τραγουδιών από την δισκογραφία των Τρυπών, του θρυλικού συγκροτήματος που μαζί με τον Παύλο Σιδηρόπουλο καθιέρωσε τον ελληνικό στίχο στην ροκ μουσική τότε αυτό αποτελεί ένα ευχάριστο δώρο για τους φανατικούς του οπαδούς και όχι μόνο.

Μέσα από τις συνεντεύξεις του γίνεται μια αναδρομή του ιστορικού αυτού συγκροτήματος, μιας παρέας από την Νεάπολη Θεσσαλονίκης που ποτέ δεν έχασε την συντροφικότητά της, που εμπνεύστηκε από την θλίψη αυτής της πόλης και την μετουσίωσε σε μουσική και στίχους. Η πορεία του Αγγελάκα από τις γειτονιές της δυτικής Θεσσαλονίκης, οι αναμνήσεις του για τις δυσκολίες και τα ζόρια στην αρχή του συγκροτήματος, η δουλειά ως DJ στο θρυλικό Berlin, οι μουσικές που τον δόνησαν και τον συγκίνησαν αναμειγνύονται όμορφα με τις απόψεις του για την πολιτική, την θρησκεία, το ροκ βίωμα και το λεγόμενο star system της Ελλάδας, τον Ταρκόφσκι και τον Πλάτωνα. Περνούσε καλά ακόμα και χωρίς λεφτά, πάντα έχοντας στο πίσω μέρος του μυαλού του πως ενώ ο θάνατος είναι δεδομένος για όλους , το θέμα είναι να κερδηθεί η ζωή.

Ο τρόπος έκφρασής τους δεν μπορεί παρά να μην είναι αυθεντικός καθώς σε αυτή την αυθεντικότητα και στον αυθορμητισμό στηρίχθηκε το εγχείρημα των Τρυπών. Το ροκ άλλωστε είναι κυρίως τρόπος ελεύθερης σκέψης και δευτερευόντως τρόπος ζωής, αλλιώς κινδυνεύει να χάσει την ουσία του και να κολλήσει στους τύπους που ξεδόντιασαν και εμπορευματοποίησαν αυτό το είδος μουσικής κάνοντάς το ακίνδυνο. Όπως αναφέρει και o Keith Richards σε κάποια συνέντευξή του «Εκεί είναι που τα έκαναν θάλασσα οι άσχετοι με τους χαρακτηρισμούς όπως, αυτό είναι ροκ ή το άλλο είναι ροκ». Ζήσε όπως γουστάρεις χωρίς ταμπέλες αρκεί να είσαι αληθινός” είναι το μότο του Αγγελάκα, που χαρακτηρίζει τα λεγόμενα του όταν ερωτάται για αυτό το ζήτημα.

Εξάρει τον ρόλο της απογοήτευσης, η οποία είναι εφαλτήριο για αντίδραση. Όποτε απογοητεύεται ενθουσιάζεται γιατί είναι βασική παράμετρος για να αντιδράσει και να δημιουργήσει αντί να βρίσκεται κάτω από την επήρεια και την εξουσία της. Όπως και να το κάνουμε είναι χάρισμα να γελάς και να βγάζεις την γλώσσα σε έναν χαοτικό κόσμο. Να γελάς και να μην φοβάσαι γιατί ο φόβος είναι ο καλύτερός μας φίλος, καθώς σύμφωνα με τα λεγόμενά του, αντιμετωπίζοντάς τους φόβους σου εξελίσσεσαι ως άνθρωπος.

Αυτή την αντίδραση και τον προβληματισμό προσπαθεί να περάσει και στο κοινό μέσω της αλληλεπίδρασης μαζί του κυρίως στις συναυλίες, χωρίς όμως να χάνει τον αρχικό του στόχο ο οποίος είναι μέσα από την τέχνη του να αναζητήσει και να πληρώσει τα δικά του κενά. Με τον στίχο δεν δουλεύω τον λόγο αλλά τον εαυτό μου (με την καλή έννοια)” αναφέρει σε κάποιο απόσπασμα καθιστώντας σαφές πως ο αγώνας για αυτογνωσία, και η προσπάθεια να βρει μια ειλικρινή σχέση με τον εαυτό του ήταν και είναι το ζητούμενο μέσα σε μια κοινωνία που είναι αφημένη να παραπατάει. Για αυτό τον λόγο με το “Χάρτινο τσίρκο” πετά στα σκουπίδια το σύνθημα του σύγχρονου lifestyle “η ζωή είναι μικρή για να είναι θλιβερή” ενώ θρυμματίζει αυτή την κατάσταση της υποκουλτούρας και του νταλαροπανταζισμού, με το “Θα ανατέλλω”.

Το ροκ είναι θρύλος και κατάρα που έχει τους αγίους και τους πρεσβευτές του, οι οποίοι έδωσαν την ζωή και την ψυχή τους σε αυτό. Θεωρώ πως ο Γιάννης Αγγελάκας είναι ένας από αυτούς.

Να ‘σαι καλά Γιάνναρε, να ανταμώνουμε στις συναυλίες σου για πολλά χρόνια ακόμα!

-1-638

Η αντοχή του μύθου στην ψηφιακή εποχή

stratos-eikona

Του Στράτου Αμπατζή

Ο Γιώργος Λαμπράκος καταθέτει δεκατρία ομόλογα σύντομα διηγήματα αρθρωμένα γύρω από έναν κοινό συνεκτικό άξονα: «Ψηφιακός νάρκισσος» είναι το σύγχρονο ναρκισσιστικό εγώ, το υποκείμενο που ακκίζεται καθώς αισθάνεται παντοδύναμο ελέω τεχνολογικής προόδου. «Ψηφιακός» διότι, ασφαλώς, συγκροτείται σε μεγάλο βαθμό ως ταυτότητα μέσα στις λεωφόρους του κυβερνοχώρου και στους «τοίχους» των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Οι ψηφιακοί νάρκισσοι του Λαμπράκου πασχίζουν να συγκροτήσουν την αίσθηση του εαυτού σε έναν κόσμο αντικατοπτρισμών και αναδιπλασιασμένων εικόνων, όπου η έννοια της αντικειμενικής πραγματικότητας τελεί σε διαρκή ρευστότητα.

Ας μη νομισθεί, ωστόσο, ότι πρόκειται για ήρωες με στιβαρή συγκρότηση και έλεγχο πάνω στα πράγματα. Ισχύει, μάλλον, το ακριβώς αντίθετο: Έχουμε να κάνουμε με ανθρώπους φαινομενικά ισχυρούς και παντοδύναμους, οι οποίοι κατά βάθος έχουν προσβληθεί από το μικρόβιο της μοναξιάς και του υπαρξιακού άγχους. Μολονότι, άλλωστε, ομνύουν στο όνομα του ορθολογισμού και της καρτεσιανής σκέψης, συχνά αποδεικνύονται έρμαια των παθών τους. Στον έξοχο «Κυβερνητικό», ας πούμε, παρακολουθούμε τον σταδιακό μαρασμό ενός σκληροπυρηνικού γραφειοκράτη, ανώτατου στελέχους της δημόσιας διοίκησης, όταν αιφνιδιαστικά η ποίηση τον επισκέπτεται τα βράδια. Η τέλεια, ως την έσχατη λεπτομέρεια διευθετημένη, οργάνωση του βίου «πάει περίπατο», καθώς η απωθημένη λυρική πλευρά ζητά να αναδυθεί στην επιφάνεια. «Στην αρχή δεν καταλάβαινα τίποτα, μα κάποια στιγμή θυμήθηκα τη μητέρα μου να διαβάζει ποιήματα στον πατέρα μου κάθε βράδυ στο σαλόνι. Εγώ δεν έδινα καμιά σημασία στα ποιήματα, φαίνεται όμως ότι τα ποιήματα έδιναν σημασία σ’ εμένα, και μάλιστα τεράστια σημασία, αν σκεφτείτε ότι μου έρχονταν στο μυαλό ύστερα από τόσα χρόνια και με τόση… πώς να το πω… λειτουργικότητα». Δοσμένη σε έναν παραληρηματικό μονόλογο καφκικής ατμόσφαιρας (ο ήρωας απευθύνεται ενώπιον μιας φανταστικής επιτροπής που κρίνει την επαγγελματική του επιβίωση), που μόνο κατ’ επίφαση αρθρώνεται λογικά, η απολογία του γραφειοκράτη συμπυκνώνει ένα σπαρταριστό παιχνίδι ειρωνείας: όσο επιδεικτικότερα επιχειρεί να αρθρώσει την τεχνοκρατική του συγκρότηση, τόσο σαφέστερη καθίσταται η διάβρωσή του από τα ποιητικά οράματα. Επιτομή της σχιζοειδούς αυτής ταυτότητας, η καταληκτική σκηνή της ιστορίας, όπου ο ήρωας, σε έμμετρο λόγο, αποδοκιμάζει την ποίηση και πλέκει το εγκώμιο της τεχνικής.

Γενναίες δόσεις ειρωνείας διοχετεύονται στα περισσότερα διηγήματα της συλλογής, αφού ο Λαμπράκος διαρκώς παρωδεί με γκροτέσκους τόνους τις βεβαιότητες των ηρώων του. Ενίοτε, μάλιστα, ένα απρόβλεπτο τέλος φωτίζει αναδρομικά την ιστορία με αναπάντεχες νοηματικές αποχρώσεις, όπως στην «Εκκλησία του Δικτύου», μια έγχαρτη μεταφορά της συζήτησης σε φόρουμ για τη συμμετοχικότητα και την ηλεκτρονική δημοκρατία, όπου παρελαύνουν μια σειρά ασθένειες της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας: τεχνοφοβία, συνωμοσιολογία, ανέξοδος ριζοσπαστισμός, στείρα καταγγελία. Εδώ η ειρωνεία εισβάλλει με το όχημα ενός κυβερνοϊού που θέτει πραξικοπηματικά τέλος στη συζήτηση, χαράσσοντας τα εγγενή όρια της διαδικτυακής δημοκρατίας: Ας έχουμε υπόψη ότι οι ιντερνετικοί διάλογοι μπορούν να διεξάγονται ελεύθερα, υπό την αναγκαία προϋπόθεση ότι οι σέρβερ δεν κρασάρουν… Και πάλι έχουμε να κάνουμε εδώ με το αμφίσημο περιεχόμενο της τεχνολογίας, στον βαθμό που αυτή μπορεί αφενός να χειραφετήσει, αφετέρου να αποτελέσει πηγή καινοφανών κινδύνων.

Η πολιτική αυτή διάσταση, που prima facie δεν είναι τόσο έκτυπη στα περισσότερα διηγήματα, αναδεικνύεται έντονα στο «ΤΑΛΩΣ Α.Ε.», ίσως το κορυφαίο και πυκνότερο κείμενο της συλλογής. Ένας ιδιοφυής επιστήμονας-επιχειρηματίας κατασκευάζει μία βιονική χίμαιρα τελευταίας γενιάς, ένα σύγχρονο «πανοπτικόν» στην υπηρεσία των κρατικών φορέων και των μυστικών υπηρεσιών, πλην όμως έντρομος διαπιστώνει ότι πάσχει από αφόρητη πλήξη και μοναξιά. Συν τοις άλλοις, συνειδητοποιεί ότι η τεχνολογική πρόοδος είναι περισσότερο ζήτημα εξουσίας του ανθρώπου πάνω στον άνθρωπο, παρά του ανθρώπου πάνω στη φύση: «Ο 5945-ΡΑΓ είδε μια γυναίκα να μορφάζει τόσο απαίσια από το άγχος της, ώστε σκέφτηκε προς στιγμή να τη φωνάξει και να της πει ότι την προσλαμβάνει εφ’ όρου ζωής χωρίς να χρειάζεται να κάνει τίποτα, με μοναδική προϋπόθεση να μη μορφάζει. Αναρωτήθηκε αν το μέλλον θα είναι μια μπότα στο πρόσωπο των φτωχών ή μια χαρακιά στο πρόσωπο των φτωχών ή μια βόμβα στο πρόσωπο των φτωχών. Δεν μπορούσε να αποφασίσει, γι’ αυτό συνέχισε να στοχάζεται στο ζήτημα του κατά πόσο η τεχνολογία είναι εντέλει η εξουσία του ανθρώπου πάνω στη φύση ή του ανθρώπου πάνω στον συνάνθρωπό του». Ο μορφασμός ως αισθητική ατέλεια, η ανέχεια ως ρωγμή στην εικόνα του άρτια οργανωμένου τεχνολογικού κόσμου, είναι ο καταλύτης που αφυπνίζει την κοινωνική συνείδηση του nerd επιστήμονα. Το τραγικό τέλος του διηγήματος –η αυτοχειρία του σύγχρονου Φρανκενστάιν, αφού πρώτα επιχειρήσει να ταυτιστεί με το τερατώδες δημιούργημά του – διαβάζεται ως μια σαρκαστική υπόμνηση της πήλινης παντοδυναμίας της τεχνικής και, ταυτόχρονα, ένα ευφυές σχόλιο πάνω στις ολέθριες συνέπειες της επιστημονικής δημιουργίας υπό συνθήκες εργαστηριακής μόνωσης, κατά το παλαιό «πάσα επιστήμη χωριζομένη δικαιοσύνης και της άλλης αρετής πανουργία, ου σοφία φαίνεται».

Θα έγινε ήδη σαφές, αλλά αξίζει να το τονίσουμε: ο Λαμπράκος αναδεικνύεται σε έναν μαιτρ της δισημίας και των αντιφάσεων, καθώς το κωμικό συνυφαίνεται με το τραγικό, ο εικονικός κόσμος εισβάλλει και διευρύνει τα όρια του πραγματικού, ο μύθος και η παράδοση συμπλέκονται με τις ψηφιακές αναπαραστάσεις του σύγχρονου αποδομημένου υποκειμένου. Κι όλα αυτά με όχημα ένα καλά ακονισμένο γλωσσικό εργαλείο που αναμιγνύει μαεστρικά δάνεια από τη γλώσσα της φυσικής και του υψηλού λογισμικού με διαλογικά  σπαράγματα, ποιητικές αναφορές και στοχαστικές παρεκβάσεις. Ένα μεταμοντέρνο υβριδικό παστίς δηλαδή, με γερές, όμως, ρίζες στην παράδοση της μυθοπλασίας.

Πρώτη δημοσίευση: http://www.paradromos.gr

Το τίμημα της αμφιβολίας (Νικόλας Σεβαστάκης, Γυναίκα με ποδήλατο)

Του Στράτου Αμπατζή

 

dsc_0004-thumb-large

 

Όσοι γνωρίζουν τον Σεβαστάκη τόσο από τις συχνές παρεμβάσεις του στον ημερήσιο Τύπο όσο και από τα πολιτικά και φιλοσοφικά του δοκίμια, θα έχουν οπωσδήποτε αισθανθεί την ακαταμάχητη ροπή της πρόζας του προς μία αισθαντική στοχαστικότητα, που τείνει διαρκώς να μετριάζεται από τη μέριμνα του επιστημονικού λόγου να θίξει με ακρίβεια το πολιτικό επίδικο. Αν και ποτέ δεν ενδίδει στην παγίδα του αποστειρωμένου τεχνοκρατικού λόγου –συχνά μάλιστα φαίνεται να τον υπονομεύει- στη «Γυναίκα με ποδήλατο», πρώτη πεζογραφική του δοκιμή, ο Σεβαστάκης έχει την ευκαιρία να απογειώσει το λογοτεχνικό του ταλέντο απαλλαγμένος από τα βαρίδια της ακαδημαϊκής πρόζας.

Στην παρατήρηση αυτή ενέχονται ήδη –θα έλεγε κανείς- δύο κύρια στοιχεία που παρέχουν και τη συγκολλητική ουσία, το κοινό υπέδαφος που μοιράζονται τα διηγήματα της συλλογής. Το πρώτο: το γεγονός ότι ο Σεβαστάκης βλέπει τα πράγματα διαθλασμένα μέσα από το φακό του αδηφάγου αναγνώστη που κουβαλάει τις ακαδημαϊκές του αποσκευές ως ευλογία και ως κατάρα. Μιλάμε για έναν κόσμο αναδιπλασιασμένο, καθώς φιλτράρεται μέσα από τα συστηματικά διαβάσματα του αφηγητή. Ισχύει και εδώ αυτό που ο Δημηρούλης πολύ εύστοχα παρατήρησε για την ποίηση του Καβάφη: «Η μεταφορά της βιβλιοθήκης και του σπουδαστηρίου ρίχνει επίμονα τη σκιά της στην άσκηση της γραφής. Είναι μια ποίηση απροκάλυπτα παραπεμπτική… Ο προφορικός λόγος χάνει συνήθως την αμεσότητα της ομιλίας και παραθεματοποιείται» (Η Ανάγνωση του Καβάφη, Gutenberg 2013, σ. 36). Ολοκληρώνεται έτσι το αλισβερίσι ανάμεσα στον επιστήμονα και τον λογοτέχνη∙ το χούι της έρευνας δύσκολα αποβάλλεται.

Το δεύτερο στοιχείο ανάγεται στη σφαίρα της κοινής προβληματικής που φαίνεται να τροφοδοτεί τα περισσότερα διηγήματα της συλλογής. Ο ιός της αμφιβολίας που διακριτικά επικάθεται στο δοκιμιακό έργο του Σεβαστάκη και επιμελώς απωθείται στο περιθώριο, στα διηγήματά του εισβάλλει δυναμικά και μολύνει τελεσίδικα τον αφηγητή. Πάσα βεβαιότητα φαίνεται διαβρωμένη από μία συστατική και ανίατη αμφιθυμία απέναντι στα πράγματα.

Εδώ ίσως χρειάζεται να επιμείνουμε περισσότερο. Στο διήγημα «Αναγνώστης ένα πρωί στο κέντρο της πόλης» ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής, φιλοτεχνώντας το αναγνωστικό του προφίλ, παραδίδει ταυτόχρονα και ένα μανιφέστο της αμφιβολίας. Αδηφάγος αναγνώστης εκ φύσεως, ομολογεί την έφεσή του στην ανάγνωση που δεν προσκολλάται ψυχαναγκαστικά στις άπειρες παραλλαγές του αυτού θέματος και αποστρέφεται τις ακούσιες δεσμεύσεις και εμμονές. Η ακόρεστη τάση του να μεταπηδά από το ένα ανάγνωσμα στο άλλο είναι ακριβώς η άλλη όψη της απέχθειάς του προς τις τελεσίδικες αφηγήσεις που ενδημούν στον χώρο των κοινωνικών επιστημών και δη στα fora της μονολιθικής κομμουνιστικής ορθοδοξίας: «Όπως οι ηφαιστιακές εκρήξεις, έτσι και οι αναπόδραστες ετυμηγορίες της Ιστορίας δεν ήταν τόσο ισχυροί λόγοι για να με αποτρέψουν από συγκεκριμένες συνήθειες. Μεγάλωσα διασχίζοντας όλες αυτές τις εξηγήσεις και, όποτε τις υιοθέτησα, το έκανα με ένα πάθος ανειλικρίνειας, με τον ελάχιστα πειστικό ζήλο του ανθρώπου που ψεύδεται στον εαυτό του» (σ. 82). Έστω και με αντάλλαγμα τη ρετσινιά του «μικροαστού διανοούμενου», ο αφηγητής δε δέχεται να θυσιάσει στο ελάχιστο την προσωπική διανοητική του αξιοπρέπεια στον βωμό της πνιγηρής κομματικής αλήθειας. Όταν μάλιστα πρέπει να διαχειριστεί την ακλόνητη πίστη ανώνυμων αριστερών αγωνιστών, όπως στο «Ο εξόριστος και η γιαγιά», όπου αφουγκράζεται τις διηγήσεις ενός ταλαιπωρημένου πρώην εξόριστου που ομνύει ακόμη στο όνομα της «γιαγιάς» ΕΣΣΔ, ο αφηγητής, σε μια ένοχη κίνηση εγωιστικής οικειοποίησης, προτιμά να βλέπει δήθεν ηθελημένες σιωπές, ρήγματα μέσα από τα οποία φυτρώνει ο σπόρος της ζωτικής αμφιβολίας: «Τώρα πια τον βλέπω αλλιώς (σσ. τον πρώην εξόριστο) : πιο κοντά στον ανώνυμο ζεκ των σοβιετικών στρατοπέδων παρά στον βουνίσιο της Γεωργίας, το «φονιά των χωρικών». Έτσι τον θυμάμαι τώρα με την ασέβεια της μνήμης, με την αίρεση στο αίμα. Και περιμένω να πέσει από τους ουρανούς η αστραπή που θα με κάψει…» (σ. 149). Έχουμε να κάνουμε ασφαλώς με μία ανεπίλυτη ένταση: αφενός η αδυναμία προσχώρησης σε προκάτ δόγματα και εύκολες ιδεολογικές κατασκευές, η αποστροφή προς τη θεολογία του κόμματος∙ αφετέρου, ωστόσο, και μία ανεκρίζωτη ψυχική έλξη προς τον ανώνυμο αριστερό αγωνιστή, που «με ένα πάθος ανειλικρίνειας, με τον ελάχιστα πειστικό ζήλο του ανθρώπου που ψεύδεται στον εαυτό του» εθελοτυφλεί μπροστά στη βία που εξαγιάζει ο ιερός σκοπός της κοινωνικής ανατροπής. Η «ασέβεια της μνήμης», η «αίρεση στο αίμα», για την οποία μιλά ο Σεβαστάκης, δεν είναι παρά ο φόβος του αναθεωρητή μήπως το παιδί πεταχτεί μαζί με τα απόνερα, μήπως, με άλλα λόγια, η αποκήρυξη του στρεβλού σταλινικού παραδείγματος λογιστεί σαν εγκατάλειψη του σχεδίου της σοσιαλιστικής αλλαγής.

Η αστραπή που θα κάψει τον αφηγητή είναι ο δείκτης μιας μόνιμα ελλοχεύουσας ενοχής που τείνει διαρκώς να γειώνει τη διάθεση αναχωρητισμού και ρήξης με τον περιβάλλοντα χώρο, φυσικό και ανθρώπινο. Στο έξοχο «Ναϊλά (σκηνές μιας ιστορίας από τη Λυών)» και με φόντο το φοιτητικό Παρίσι της δεκαετίας του ΄80, το φευγαλέο ειδύλλιο του νεαρού αφηγητή με την Παλαιστίνια Ναϊλά διαλύεται όταν η τελευταία επιστρέφει στην πατρογονική εστία για να βρει τον άρτι αποφυλακισθέντα πατέρα της, στέλεχος του Λαϊκού Μετώπου. Σε μια στιγμή εσωτερικής αυτομαστίγωσης, ο αφηγητής μέμφεται εαυτόν για τα περίεργα οριενταλιστικά του γούστα: «Σκέφτηκα με φρίκη ότι ο Λαρισαίος στο ελληνικό καφενείο μπορεί να είχε κάποιο δίκιο: δεν είναι για μας αυτές οι ιστορίες, έλεγε. Ίσως μια Μαρί-Ελέν ή μια Σολάνζ να ήταν κάποια λύση. Μια Σολάνζ. Θα μου σύστηνε τον πατέρα της, κάποιον τύπο με ειρηνικές συνήθειες, όπως το να καπνίζει πουράκια μετά το κυριακάτικο τραπέζι διαβάζοντας νεκρολογίες σπουδαίων γιατρών στη Monde ή να προφασίζεται έκτακτα επαγγελματικά ταξίδια στη Γερμανία. Θα ήταν ένας μπαμπάς χωρίς παράνομα μέτωπα και εμπειρίες φυλάκισης, αν εξαιρέσει κανείς μια σύλληψη στα δεκαοχτώ του για μέθη και εξύβριση» (σ. 198). Μία γενναία δόση στωικής αποδοχής των πραγμάτων συνυπάρχει εδώ με έναν έσχατο αδιαπραγμάτευτο πυρήνα ονειρικού αναχωρητισμού, σε ένα ερωτικό διήγημα ακραίας στοχαστικής πυκνότητας, όπου ο έρωτας και η πολιτική αποδεικνύονται ασύμβατα.

Πολλά θα μπορούσαν ακόμη να λεχθούν για αυτή την άκρως ενδιαφέρουσα συλλογή, πλην όμως θα επιλέξω να σταματήσω εδώ, αφού καταθέσω μία τελευταία σκέψη: Στα περισσότερα διηγήματα του Σεβαστάκη η μεθοδικά συσσωρευμένη ένταση (συνήθως προϊόν εσωτερικής πάλης του αφηγητή με τη διχασμένη του συνείδηση – ή και απόρροια εξωτερικών παραγόντων) εκβάλλει σε σκηνές ιλαρής εκτόνωσης, όπου το υπαρξιακό άγχος αίφνης διαλύεται υπό το φως μιας ήρεμης συνδιαλλαγής με τα πράγματα. Έτσι, στη «Μουσική της αναχώρησης» η οδυνηρή απώλεια του φίλου και συγκατοίκου διαλύεται σταδιακά, καθώς στο μυαλό του αφηγητή στήνονται εικόνες μιας ευωχίας: «Το δωμάτιο είναι πολύ κρύο και εκείνος κουκουλωμένος στο κρεβάτι με τις κάλτσες και μια χοντρή εκδρομική φόρμα που χρησιμοποιεί για πιτζάμα. Χώνεται βαθιά κάτω από το πάπλωμα, νιώθοντας ένοχα ευλογημένος από την τύχη. Στο μυαλό του ξεκινάει να ετοιμάζει το φαγητό της επίγειας ευτυχίας: τηγανητές πατάτες, φιλετάκια με μπόλικο λεμόνι και ένα μπουκάλι Άρωμα Λήμνου» (σ. 106). Το ίδιο και στο «Μετά το χαμό», όπου η παραγγελία μιας λαχταριστής πορτοκαλόπιτας δίνει το σύνθημα για τη γλυκιά έξοδο από το πένθος και την «αποκατάσταση της διαταραχθείσας τάξης του κόσμου» (σ. 77).

Ο Σεβαστάκης προσέρχεται στον χώρο της πεζογραφίας με τα διαπιστευτήρια ενός αυθεντικού στυλίστα. Ελπίζουμε ότι θα υπάρξει συνέχεια – και την περιμένουμε με ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

http://www.biblionet.gr/book/194799

 

 

 

 

Μνήμες Σαλονίκης

Prosfyges_Thessaloniki_Image_084

Του Γιάννη Αποστόλογλου

«Ουδείς άπολις όσο υπάρχει η Θεσσαλονίκη” έγραφε ο Νικηφόρος Χούμνος τον 14ο αιώνα.

Η πόλη της Θεσσαλονίκης κατά την διάρκεια της μακρόχρονης πορείας της στην ιστορία, συχνά απορρόφησε ισχυρούς κραδασμούς από δραματικά παιχνίδια της ιστορίας,  πιστή στην ουμανιστική παράδοση που της άφησε κληρονομιά μεταξύ άλλων και ο ελληνιστικός οικουμενισμός.

Σε μια από αυτές τις τραγωδίες μιας μερίδας του ελληνικού λαού, των κατοίκων της μακεδονικής επαρχίας οι οποίοι αναγκάστηκαν από τον εθνικό στρατό να φύγουν από τα χωριά τους στη σκοτεινή περίοδο του εμφυλίου, η Θεσσαλονίκη ήταν εκεί για να τους υποδεχτεί.

Αυτή η ιστορία της αναγκαστικής εσωτερικής μετακίνησης μεγάλης μάζας πληθυσμού, υπήρξε πηγή έμπνευσης του Κιλκισιώτη συγγραφέα Λάζαρου Παυλίδη, ο οποίος στο βιβλίο του “Καραβάν Σαράι” επικεντρώνεται στην ιστορία ενός χήρου αγρότη, του Μαργαρίτη, που φεύγει εσπευσμένα από το χωριό του. Μαζί με τα παιδιά του, τον Αντώνη και την Ειρήνη, εγκαθίσταται στο κτίριο Καραβάν Σαράι (το μέχρι πρόσφατα δημαρχιακό μέγαρο της πόλης), το οποίο μαζί με άλλα κτίρια στέγασε τους ξεριζωμένους της επαρχίας, τους πόνους, τα όνειρα και την αγωνία τους για επιβίωση.

Οι χωρικοί πέφτουν θύματα κυκλωμάτων μαυραγοριτών αετονύχηδων οι οποίοι αντί ενός πινακίου φακής αγοράζουν τα κάρα και τα ζωντανά τους, ξεχνάνε τις αξίνες και τα φτυάρια προσπαθώντας να ενσωματωθούν στους ρυθμούς της μεγαλούπολης, χωρίς όμως η βίαιη αυτή αστικοποίηση να αποφέρει αποτελέσματα.  Στην διήγηση του Παυλίδη, ο Μαργαρίτης άνεργος θα περιπλανιέται στα σοκάκια της μεγαλούπολης χωρίς να βρει ποτέ δουλειά, ο γιος του θα προλεταροποιηθεί και θα παραμείνει στην πόλη και μετά το τέλος του εμφυλίου, ενώ η κόρη του θα καταλήξει στην πορνεία. Ο πατέρας, αδύναμος και ανήμπορος υποτάσσεται στη μοίρα.

Το βιβλίο παρέχει πολλά στοιχεία για την δομή της κοινωνίας εκείνη την εποχή και τις σαρωτικές αλλαγές στις οποίες υπόκειται, αποτελώντας έτσι μια αφήγηση της ιστορίας του εμφυλίου από την πλευρά των αμάχων.

Παράλληλα, μέσα στο Καραβάν Σαράϊ, ξετυλίγονται πολλές άλλες ιστορίες παράλληλες  με την κεντρική: “αντιφρονούντες” προσπαθούν να οργανώσουν κόσμο ή να βρουν τρόπο διαφυγής στο εξωτερικό, νόθα μωρά που πετιούνται από τον αεραγωγό τα βράδια, μανάδες που εκπορνεύονται και γιοί που γίνονται χωροφύλακες, ορφανά που μεγαλώνουν κάτω από δύσκολες συνθήκες. Κάθε άνθρωπος και μια ξεχωριστή ιστορία.

Όπως γράφει και ο Χρόνης Μίσσιος,

“….ο κάθε άνθρωπος είναι ένας κόσμος ολόκληρος, είναι μια ολόκληρη ιστορία… Δεν ξέρω, αλλά νομίζω πως όταν ο άνθρωπος ξανακαταχτήσει την ανθρωπιά του, όταν ξαναρχίσει να δημιουργεί ανθρώπινο πολιτισμό, να γράφει πια την ιστορία κάθετα, όχι για λαούς και μάζες, αλλά για τον Παύλο, για τη Ρηνιώ, για την Ελένη, για το μαστρο-Στέφανο… “

Τα 13 του 2013

Image

Του Γιάννη Αποστόλογλου

«Γράφω για μένα, για τους φίλους μου και για να απαλύνω τη ροή του χρόνου» είχε δηλώσει κάποτε ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες.

Τον χρόνο τον πανδαμάτωρ που αμείλικτα ρέει τόσο γρήγορα, που ούτε κατάλαβα πως έφτασε 2 Φεβρουαρίου, και ακόμα δεν ανέβηκε το κείμενο που είχα εδώ και καιρό σκοπό να γράψω για τα βιβλία που ξεχώρισα μέσα στο 2013!

Και επειδή ο αδικημένος αριθμός 13 έχει τραβήξει τα πάνδεινα από τις δεισιδαιμονίες των ανθρώπων, σε πείσμα των πολλών σε αυτό το κείμενο παρουσιάζω 13 βιβλία τα οποία ξεχώρισα μέσα στο 2013.

Το 2013 αντάμωσα ξανά τον Παντελή Καλιότσο, μετά από 2 δεκαετίες που ως μαθητής δημοτικού είχα διαβάσει τα “Ξύλινα Σπαθιά” του. Τον συνάντησα μέσα απο την ιδιότυπη αυτοβιογραφία του “Ποιούς θα δαγκώσω άμα λυσσάξω” αλλά και μέσα από τους “Ονειροπόλους” του. Ένα μυθιστόρημα επίσης βιωματικό, που εξελίσσεται στην ερεβώδη περίοδο της Γερμανικής κατοχής τότε που μόνο με όνειρα μπορούσε κάποιος να ξεδιψάσει και να ξεχάσει.

Ξεχώρισα το πολυδιαβασμένο και όχι άδικα “Η εφεύρεση του Μορέλ” του Αντόλφο Μπιόυ Κασάρες, επίσης ένα βιβλίο ονειρικό, με την υπαρξιακή αγωνία του συγγραφέα να κλιμακώνεται σταδιακά ξεχειλίζοντας μέσα από τις σελίδες του και να μεταφέρεται στον αναγνώστη με έναν μεταφυσικό τρόπο, και άριστη χρήση από τον συγγραφέα των τεχνικών της λογοτεχνίας του Φανταστικού.

Σε τελείως διαφορετικό κλίμα η “Μελαγχολία των λιονταριών” του Πέδρο Χουάν Γκουτιέρες, ο οποίος μακριά από τον ωμό και βρώμικο ρεαλισμό που τον καθιέρωσε στην συνείδηση του αναγνωστικού κοινού, αναπτύσσει το συγγραφικό του ταλέντο γύρω από μινιμαλιστικά, χιουμοριστικά , ανατρεπτικά και ως ένα βαθμό έντονα σουρεαλιστικά διηγήματα χωρίς μια περιττή παράγραφο. Διηγήματα, που μερικά ακροβατούν στα όρια του ανήθικου, γύρω από προσωπικά αδιέξοδα που βασανίζουν τους κατοίκους της σύγχρονης Κούβας.

Επιστρέφοντας σε σύγχρονους Έλληνες συγγραφείς, σίγουρα απόλαυσα το “Αu revoir” του Γιώργου Ίκαρου Μπαμπασάκη, ένα βιβλίο διαλογικό και θραυσματικό, ένα φλας μπακ στην τρέλα και τους προβληματισμούς της εφηβείας, τις χαμένες ισσοροπίες,μια διαδρομή σε σταθμούς ορόσημα στη ζωή της λογοτεχνικής περσόνας του, Νίκου Βελή. Έρωτες και φιλίες, με μόνιμη σταθερά και σημείο αναφοράς την οδό Πατησίων, ένα πακέτο Sante, το μπαρ Αu Revoir , αλλά και τα μάτια της Μάρθας.

Επίσης, δεν μπορώ παρά να μην αναφερθώ στο “Αστείο” του νέου λογοτέχνη Γιάννη Παλαβού, που αποτελεί μια συλλογή 17 διηγημάτων που εμπνέονται από το νεφελώδες και συγκεχυμένο όριο μεταξύ ρεαλισμού και φαντασίας. Διηγήματα που πραγματεύονται καθημερινές καταστάσεις με φρέσκια, νεανική και χιουμοριστική ματιά, πειθαρχημένα και χωρίς λογοτεχνικές ακροβασίες.

Στην χρονιά που μας πέρασε ξεχώρισα το συλλογικό έργο “Ο δρόμος για την Ομόνοια”, που γράφτηκε με αφορμή την πολλαπλή δολοφονική επίθεση του μισάνθρωπου Καζάκου εναντίον επτά συνανθρώπων μας το φθινόπωρο του 1999. Σχεδόν 15 χρόνια μετά, η συλλογή κειμένων του βιβλίου φαντάζουν ακόμα εξαιρετικά επίκαιρα. Κείμενα με την υπογραφή εξαιρετικών ανθρώπων του πνεύματος, της λογοτεχνίας και της δημοσιογραφίας. Μεταξύ άλλων ο Βασίλης Βασιλικός μαγνητοφωνεί Έλληνες εργαζομένους στις γερμανικές φάμπρικες, ο Μιχάλης Γκανάς μας χαρίζει της μνήμες από την προσφυγική οικογένειά του, ο αγαπημένος Νίκος Δήμου ως νεαρός φτωχός φοιτητής στη Γερμανία, βιώνει την προσβλητική μεγαλοαστική «συμπάθεια» προς το πρόσωπό του, ενώ η Μάρω Δούκα στον αριστοτεχνικά δομημένο μονόλογο της, περιγράφει την οδύσσεια μιας Ουκρανής γυναίκας προς τη Δύση, όπου τα όνειρά της καταλήγουν σε εφιάλτες και στον βούρκο της πορνείας.

Το διαμάντι που ξεχωρίζει απο την συλλογή θαρρώ πως είναι η συγκινητική και κινηματογραφική επτασέλιδη διήγηση του Άρη Σκιαδόπουλου με τίτλο «Μια πεταλούδα στο Μπιτ Παζάρ».

Στην συγγραφή του βιβλίου συμμετέχουν επίσης με κείμενά τους, ο Ηλίας Κουτσούκος, ο Αντώνης Σουρούνης, Στέλιος Κούλογλου, η Δέσποινα Τομαζάνη, ο Μιχάλης Φακίνος, ο Δημήτρης Νόλλας, η Ρέα Γαλανάκη, η Έρση Σωτηροπούλου, ο Νίκος Παπανδρέου. Τα ποιήματα του Μιχάλη Γκανά, του Παντελή Μπουκαλά, του Γιάννη Βαρβέρη, διανθίζουν την έκδοση και θέτουν το δάκτυλο επί του τύπου των ήλων.

Επιμένοντας σε Έλληνες συγγραφείς, δεν μπορώ παρά να μην αναφερθώ στα “Κρόταλα του χρόνου” του Μάριου Μιχαηλίδη. Έργο ποιητικογενές, μιας και ο Μιχαηλίδης υπηρετεί και την ποίηση, ένα έργο που δημιουργεί μια ενδιαφέρουσα σύζευξη, συνδέοντας το πραγματικό με το υπερβατικό και ονειρικό. Πρόκειται δηλαδή για έργο διφυές με δύο αφετηρίες: το ένα γεννάται μέσα από την Ελληνική ιστορία και συγκεκριμένα στα οθωνικά χρόνια, ενώ το δεύτερο, στοιχειοθετεί ένα χώρο ποιητικής δημιουργίας του συγγραφέα. Αυτή ακριβώς η τεχνική δημιουργεί την ενδιαφέρουσα ανατροπή στη ροή του έργου και στην οριστική του κατάληξη.

Στα τέλη του 2013, επίσης διάβασα το “Ένα πουκάμισο γεμάτο λεκέδες,συζητήσεις του Αντόνιο Ταμπούκι με τον Ανταίο Χρυσοστομίδη εφ’ολης της ύλης”. Αποσπάσματα συζητήσεων του μεγάλου Ιταλού συγγραφέα με τον φίλο του και μεταφραστή των περισσότερων έργων του στα Ελληνικά, στις οποίες αναπολεί τα παιδικά του χρόνια, τις πηγές εμπνεύσης του, για το πώς αντιμετωπίζει τη γραφή, για τον κινηματογράφο και βέβαια την πολιτική.

Σε τελείως διαφορετικό κλίμα, και λόγω επαγγελματικής διαστροφής, θα πρέπει να αναφερθώ σε 2 βιβλία που αναφέρονται στις ζωές μεγάλων μαθηματικών. Αρχικά τη βιογραφία της μεγάλης φιλοσόφου και Αλεξανδρινής μαθηματικού , της Υπατίας, γραμμένη από τον Πέδρο Γκάλβεθ, στο οποίο αναπτύσσεται αντικειμενικά η ζωή της μεγάλης μαθηματικού της Αρχαιότητας, και του τραγικού τέλους της από τους πρωτεργάτες που βύθισαν και καταδίκασαν την ανθρωπότητα στα σκοτάδια του μεσαίωνα. Επίσης, “Το τελευταίο θεώρημα του Φερμά”, ένα βιβλίο ντοκουμέντων όπου με συναρπαστικό τρόπο μας ταξιδεύει στην ιστορική διαδρομή επίλυσης ενός από τα δημοφιλέστερα αινιγμάτων των μαθηματικών.

Επιστρέφοντας σε έργα της «κλασικής» λογοτεχνίας, σε μια από τις βόλτες στα παλαιοβιβλιοπωλεία της Θεσσαλονίκης έπεσε στα χέρια μου το βιβλίο “Φράνυ και Ζουι” του  Τζερόμ Σάλιντζερ. Ένα έργο έντονα φιλοσοφικό με τις σελίδες διανθισμένες από μια γλυκιά αλλά σκοτεινή συνάμα απόγνωση, που πραγματεύεται  την αναζήτηση του πώς να ζήσει κανείς και πώς να πορευτεί χωρίς να χάσει ούτε το πρόσωπό του, ούτε το πρόσωπο του πλησίον του. Οι κύριοι χαρακτήρες του έργου, τα δυο αδέρφια, να είναι σε κατάσταση σχεδόν νευρωτική, εξαντλητικές αναλύσεις της κάθε σκέψης και συναισθήματος,  με μία  αγχωτική και καταπιεστική μαμά, και με μία αυτοκτονία του μεγαλύτερου αδερφού, ο οποίος στοιχειώνει τις ζωές και τις σκέψεις των δυο αδερφών. 

Τέλος, το 2013, περιμένοντας για πάνω απο τρεις ώρες ένα χαμένο λεωφορείο στα κτελ Θεσσαλονίκης, έπεσα με τα μούτρα στους “Αρχάριους” του Ρέιμοντ Κάρβερ. Κείμενα ρεαλιστικά και ωμά, ιστορίες των “κοινωνικά απόβλητων” του αμερικάνικου καπιταλιστικού όνειρου, άνεργων, υπερχρεωμένων ανθρώπων, που βρίσκονται στις παρυφές του πόνου και της θλίψης στολισμένα απ’ την αφηγηματική δύναμη του συγγραφέα.