Η αντοχή του μύθου στην ψηφιακή εποχή

stratos-eikona

Του Στράτου Αμπατζή

Ο Γιώργος Λαμπράκος καταθέτει δεκατρία ομόλογα σύντομα διηγήματα αρθρωμένα γύρω από έναν κοινό συνεκτικό άξονα: «Ψηφιακός νάρκισσος» είναι το σύγχρονο ναρκισσιστικό εγώ, το υποκείμενο που ακκίζεται καθώς αισθάνεται παντοδύναμο ελέω τεχνολογικής προόδου. «Ψηφιακός» διότι, ασφαλώς, συγκροτείται σε μεγάλο βαθμό ως ταυτότητα μέσα στις λεωφόρους του κυβερνοχώρου και στους «τοίχους» των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Οι ψηφιακοί νάρκισσοι του Λαμπράκου πασχίζουν να συγκροτήσουν την αίσθηση του εαυτού σε έναν κόσμο αντικατοπτρισμών και αναδιπλασιασμένων εικόνων, όπου η έννοια της αντικειμενικής πραγματικότητας τελεί σε διαρκή ρευστότητα.

Ας μη νομισθεί, ωστόσο, ότι πρόκειται για ήρωες με στιβαρή συγκρότηση και έλεγχο πάνω στα πράγματα. Ισχύει, μάλλον, το ακριβώς αντίθετο: Έχουμε να κάνουμε με ανθρώπους φαινομενικά ισχυρούς και παντοδύναμους, οι οποίοι κατά βάθος έχουν προσβληθεί από το μικρόβιο της μοναξιάς και του υπαρξιακού άγχους. Μολονότι, άλλωστε, ομνύουν στο όνομα του ορθολογισμού και της καρτεσιανής σκέψης, συχνά αποδεικνύονται έρμαια των παθών τους. Στον έξοχο «Κυβερνητικό», ας πούμε, παρακολουθούμε τον σταδιακό μαρασμό ενός σκληροπυρηνικού γραφειοκράτη, ανώτατου στελέχους της δημόσιας διοίκησης, όταν αιφνιδιαστικά η ποίηση τον επισκέπτεται τα βράδια. Η τέλεια, ως την έσχατη λεπτομέρεια διευθετημένη, οργάνωση του βίου «πάει περίπατο», καθώς η απωθημένη λυρική πλευρά ζητά να αναδυθεί στην επιφάνεια. «Στην αρχή δεν καταλάβαινα τίποτα, μα κάποια στιγμή θυμήθηκα τη μητέρα μου να διαβάζει ποιήματα στον πατέρα μου κάθε βράδυ στο σαλόνι. Εγώ δεν έδινα καμιά σημασία στα ποιήματα, φαίνεται όμως ότι τα ποιήματα έδιναν σημασία σ’ εμένα, και μάλιστα τεράστια σημασία, αν σκεφτείτε ότι μου έρχονταν στο μυαλό ύστερα από τόσα χρόνια και με τόση… πώς να το πω… λειτουργικότητα». Δοσμένη σε έναν παραληρηματικό μονόλογο καφκικής ατμόσφαιρας (ο ήρωας απευθύνεται ενώπιον μιας φανταστικής επιτροπής που κρίνει την επαγγελματική του επιβίωση), που μόνο κατ’ επίφαση αρθρώνεται λογικά, η απολογία του γραφειοκράτη συμπυκνώνει ένα σπαρταριστό παιχνίδι ειρωνείας: όσο επιδεικτικότερα επιχειρεί να αρθρώσει την τεχνοκρατική του συγκρότηση, τόσο σαφέστερη καθίσταται η διάβρωσή του από τα ποιητικά οράματα. Επιτομή της σχιζοειδούς αυτής ταυτότητας, η καταληκτική σκηνή της ιστορίας, όπου ο ήρωας, σε έμμετρο λόγο, αποδοκιμάζει την ποίηση και πλέκει το εγκώμιο της τεχνικής.

Γενναίες δόσεις ειρωνείας διοχετεύονται στα περισσότερα διηγήματα της συλλογής, αφού ο Λαμπράκος διαρκώς παρωδεί με γκροτέσκους τόνους τις βεβαιότητες των ηρώων του. Ενίοτε, μάλιστα, ένα απρόβλεπτο τέλος φωτίζει αναδρομικά την ιστορία με αναπάντεχες νοηματικές αποχρώσεις, όπως στην «Εκκλησία του Δικτύου», μια έγχαρτη μεταφορά της συζήτησης σε φόρουμ για τη συμμετοχικότητα και την ηλεκτρονική δημοκρατία, όπου παρελαύνουν μια σειρά ασθένειες της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας: τεχνοφοβία, συνωμοσιολογία, ανέξοδος ριζοσπαστισμός, στείρα καταγγελία. Εδώ η ειρωνεία εισβάλλει με το όχημα ενός κυβερνοϊού που θέτει πραξικοπηματικά τέλος στη συζήτηση, χαράσσοντας τα εγγενή όρια της διαδικτυακής δημοκρατίας: Ας έχουμε υπόψη ότι οι ιντερνετικοί διάλογοι μπορούν να διεξάγονται ελεύθερα, υπό την αναγκαία προϋπόθεση ότι οι σέρβερ δεν κρασάρουν… Και πάλι έχουμε να κάνουμε εδώ με το αμφίσημο περιεχόμενο της τεχνολογίας, στον βαθμό που αυτή μπορεί αφενός να χειραφετήσει, αφετέρου να αποτελέσει πηγή καινοφανών κινδύνων.

Η πολιτική αυτή διάσταση, που prima facie δεν είναι τόσο έκτυπη στα περισσότερα διηγήματα, αναδεικνύεται έντονα στο «ΤΑΛΩΣ Α.Ε.», ίσως το κορυφαίο και πυκνότερο κείμενο της συλλογής. Ένας ιδιοφυής επιστήμονας-επιχειρηματίας κατασκευάζει μία βιονική χίμαιρα τελευταίας γενιάς, ένα σύγχρονο «πανοπτικόν» στην υπηρεσία των κρατικών φορέων και των μυστικών υπηρεσιών, πλην όμως έντρομος διαπιστώνει ότι πάσχει από αφόρητη πλήξη και μοναξιά. Συν τοις άλλοις, συνειδητοποιεί ότι η τεχνολογική πρόοδος είναι περισσότερο ζήτημα εξουσίας του ανθρώπου πάνω στον άνθρωπο, παρά του ανθρώπου πάνω στη φύση: «Ο 5945-ΡΑΓ είδε μια γυναίκα να μορφάζει τόσο απαίσια από το άγχος της, ώστε σκέφτηκε προς στιγμή να τη φωνάξει και να της πει ότι την προσλαμβάνει εφ’ όρου ζωής χωρίς να χρειάζεται να κάνει τίποτα, με μοναδική προϋπόθεση να μη μορφάζει. Αναρωτήθηκε αν το μέλλον θα είναι μια μπότα στο πρόσωπο των φτωχών ή μια χαρακιά στο πρόσωπο των φτωχών ή μια βόμβα στο πρόσωπο των φτωχών. Δεν μπορούσε να αποφασίσει, γι’ αυτό συνέχισε να στοχάζεται στο ζήτημα του κατά πόσο η τεχνολογία είναι εντέλει η εξουσία του ανθρώπου πάνω στη φύση ή του ανθρώπου πάνω στον συνάνθρωπό του». Ο μορφασμός ως αισθητική ατέλεια, η ανέχεια ως ρωγμή στην εικόνα του άρτια οργανωμένου τεχνολογικού κόσμου, είναι ο καταλύτης που αφυπνίζει την κοινωνική συνείδηση του nerd επιστήμονα. Το τραγικό τέλος του διηγήματος –η αυτοχειρία του σύγχρονου Φρανκενστάιν, αφού πρώτα επιχειρήσει να ταυτιστεί με το τερατώδες δημιούργημά του – διαβάζεται ως μια σαρκαστική υπόμνηση της πήλινης παντοδυναμίας της τεχνικής και, ταυτόχρονα, ένα ευφυές σχόλιο πάνω στις ολέθριες συνέπειες της επιστημονικής δημιουργίας υπό συνθήκες εργαστηριακής μόνωσης, κατά το παλαιό «πάσα επιστήμη χωριζομένη δικαιοσύνης και της άλλης αρετής πανουργία, ου σοφία φαίνεται».

Θα έγινε ήδη σαφές, αλλά αξίζει να το τονίσουμε: ο Λαμπράκος αναδεικνύεται σε έναν μαιτρ της δισημίας και των αντιφάσεων, καθώς το κωμικό συνυφαίνεται με το τραγικό, ο εικονικός κόσμος εισβάλλει και διευρύνει τα όρια του πραγματικού, ο μύθος και η παράδοση συμπλέκονται με τις ψηφιακές αναπαραστάσεις του σύγχρονου αποδομημένου υποκειμένου. Κι όλα αυτά με όχημα ένα καλά ακονισμένο γλωσσικό εργαλείο που αναμιγνύει μαεστρικά δάνεια από τη γλώσσα της φυσικής και του υψηλού λογισμικού με διαλογικά  σπαράγματα, ποιητικές αναφορές και στοχαστικές παρεκβάσεις. Ένα μεταμοντέρνο υβριδικό παστίς δηλαδή, με γερές, όμως, ρίζες στην παράδοση της μυθοπλασίας.

Πρώτη δημοσίευση: http://www.paradromos.gr

Advertisements

Το τίμημα της αμφιβολίας (Νικόλας Σεβαστάκης, Γυναίκα με ποδήλατο)

Του Στράτου Αμπατζή

 

dsc_0004-thumb-large

 

Όσοι γνωρίζουν τον Σεβαστάκη τόσο από τις συχνές παρεμβάσεις του στον ημερήσιο Τύπο όσο και από τα πολιτικά και φιλοσοφικά του δοκίμια, θα έχουν οπωσδήποτε αισθανθεί την ακαταμάχητη ροπή της πρόζας του προς μία αισθαντική στοχαστικότητα, που τείνει διαρκώς να μετριάζεται από τη μέριμνα του επιστημονικού λόγου να θίξει με ακρίβεια το πολιτικό επίδικο. Αν και ποτέ δεν ενδίδει στην παγίδα του αποστειρωμένου τεχνοκρατικού λόγου –συχνά μάλιστα φαίνεται να τον υπονομεύει- στη «Γυναίκα με ποδήλατο», πρώτη πεζογραφική του δοκιμή, ο Σεβαστάκης έχει την ευκαιρία να απογειώσει το λογοτεχνικό του ταλέντο απαλλαγμένος από τα βαρίδια της ακαδημαϊκής πρόζας.

Στην παρατήρηση αυτή ενέχονται ήδη –θα έλεγε κανείς- δύο κύρια στοιχεία που παρέχουν και τη συγκολλητική ουσία, το κοινό υπέδαφος που μοιράζονται τα διηγήματα της συλλογής. Το πρώτο: το γεγονός ότι ο Σεβαστάκης βλέπει τα πράγματα διαθλασμένα μέσα από το φακό του αδηφάγου αναγνώστη που κουβαλάει τις ακαδημαϊκές του αποσκευές ως ευλογία και ως κατάρα. Μιλάμε για έναν κόσμο αναδιπλασιασμένο, καθώς φιλτράρεται μέσα από τα συστηματικά διαβάσματα του αφηγητή. Ισχύει και εδώ αυτό που ο Δημηρούλης πολύ εύστοχα παρατήρησε για την ποίηση του Καβάφη: «Η μεταφορά της βιβλιοθήκης και του σπουδαστηρίου ρίχνει επίμονα τη σκιά της στην άσκηση της γραφής. Είναι μια ποίηση απροκάλυπτα παραπεμπτική… Ο προφορικός λόγος χάνει συνήθως την αμεσότητα της ομιλίας και παραθεματοποιείται» (Η Ανάγνωση του Καβάφη, Gutenberg 2013, σ. 36). Ολοκληρώνεται έτσι το αλισβερίσι ανάμεσα στον επιστήμονα και τον λογοτέχνη∙ το χούι της έρευνας δύσκολα αποβάλλεται.

Το δεύτερο στοιχείο ανάγεται στη σφαίρα της κοινής προβληματικής που φαίνεται να τροφοδοτεί τα περισσότερα διηγήματα της συλλογής. Ο ιός της αμφιβολίας που διακριτικά επικάθεται στο δοκιμιακό έργο του Σεβαστάκη και επιμελώς απωθείται στο περιθώριο, στα διηγήματά του εισβάλλει δυναμικά και μολύνει τελεσίδικα τον αφηγητή. Πάσα βεβαιότητα φαίνεται διαβρωμένη από μία συστατική και ανίατη αμφιθυμία απέναντι στα πράγματα.

Εδώ ίσως χρειάζεται να επιμείνουμε περισσότερο. Στο διήγημα «Αναγνώστης ένα πρωί στο κέντρο της πόλης» ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής, φιλοτεχνώντας το αναγνωστικό του προφίλ, παραδίδει ταυτόχρονα και ένα μανιφέστο της αμφιβολίας. Αδηφάγος αναγνώστης εκ φύσεως, ομολογεί την έφεσή του στην ανάγνωση που δεν προσκολλάται ψυχαναγκαστικά στις άπειρες παραλλαγές του αυτού θέματος και αποστρέφεται τις ακούσιες δεσμεύσεις και εμμονές. Η ακόρεστη τάση του να μεταπηδά από το ένα ανάγνωσμα στο άλλο είναι ακριβώς η άλλη όψη της απέχθειάς του προς τις τελεσίδικες αφηγήσεις που ενδημούν στον χώρο των κοινωνικών επιστημών και δη στα fora της μονολιθικής κομμουνιστικής ορθοδοξίας: «Όπως οι ηφαιστιακές εκρήξεις, έτσι και οι αναπόδραστες ετυμηγορίες της Ιστορίας δεν ήταν τόσο ισχυροί λόγοι για να με αποτρέψουν από συγκεκριμένες συνήθειες. Μεγάλωσα διασχίζοντας όλες αυτές τις εξηγήσεις και, όποτε τις υιοθέτησα, το έκανα με ένα πάθος ανειλικρίνειας, με τον ελάχιστα πειστικό ζήλο του ανθρώπου που ψεύδεται στον εαυτό του» (σ. 82). Έστω και με αντάλλαγμα τη ρετσινιά του «μικροαστού διανοούμενου», ο αφηγητής δε δέχεται να θυσιάσει στο ελάχιστο την προσωπική διανοητική του αξιοπρέπεια στον βωμό της πνιγηρής κομματικής αλήθειας. Όταν μάλιστα πρέπει να διαχειριστεί την ακλόνητη πίστη ανώνυμων αριστερών αγωνιστών, όπως στο «Ο εξόριστος και η γιαγιά», όπου αφουγκράζεται τις διηγήσεις ενός ταλαιπωρημένου πρώην εξόριστου που ομνύει ακόμη στο όνομα της «γιαγιάς» ΕΣΣΔ, ο αφηγητής, σε μια ένοχη κίνηση εγωιστικής οικειοποίησης, προτιμά να βλέπει δήθεν ηθελημένες σιωπές, ρήγματα μέσα από τα οποία φυτρώνει ο σπόρος της ζωτικής αμφιβολίας: «Τώρα πια τον βλέπω αλλιώς (σσ. τον πρώην εξόριστο) : πιο κοντά στον ανώνυμο ζεκ των σοβιετικών στρατοπέδων παρά στον βουνίσιο της Γεωργίας, το «φονιά των χωρικών». Έτσι τον θυμάμαι τώρα με την ασέβεια της μνήμης, με την αίρεση στο αίμα. Και περιμένω να πέσει από τους ουρανούς η αστραπή που θα με κάψει…» (σ. 149). Έχουμε να κάνουμε ασφαλώς με μία ανεπίλυτη ένταση: αφενός η αδυναμία προσχώρησης σε προκάτ δόγματα και εύκολες ιδεολογικές κατασκευές, η αποστροφή προς τη θεολογία του κόμματος∙ αφετέρου, ωστόσο, και μία ανεκρίζωτη ψυχική έλξη προς τον ανώνυμο αριστερό αγωνιστή, που «με ένα πάθος ανειλικρίνειας, με τον ελάχιστα πειστικό ζήλο του ανθρώπου που ψεύδεται στον εαυτό του» εθελοτυφλεί μπροστά στη βία που εξαγιάζει ο ιερός σκοπός της κοινωνικής ανατροπής. Η «ασέβεια της μνήμης», η «αίρεση στο αίμα», για την οποία μιλά ο Σεβαστάκης, δεν είναι παρά ο φόβος του αναθεωρητή μήπως το παιδί πεταχτεί μαζί με τα απόνερα, μήπως, με άλλα λόγια, η αποκήρυξη του στρεβλού σταλινικού παραδείγματος λογιστεί σαν εγκατάλειψη του σχεδίου της σοσιαλιστικής αλλαγής.

Η αστραπή που θα κάψει τον αφηγητή είναι ο δείκτης μιας μόνιμα ελλοχεύουσας ενοχής που τείνει διαρκώς να γειώνει τη διάθεση αναχωρητισμού και ρήξης με τον περιβάλλοντα χώρο, φυσικό και ανθρώπινο. Στο έξοχο «Ναϊλά (σκηνές μιας ιστορίας από τη Λυών)» και με φόντο το φοιτητικό Παρίσι της δεκαετίας του ΄80, το φευγαλέο ειδύλλιο του νεαρού αφηγητή με την Παλαιστίνια Ναϊλά διαλύεται όταν η τελευταία επιστρέφει στην πατρογονική εστία για να βρει τον άρτι αποφυλακισθέντα πατέρα της, στέλεχος του Λαϊκού Μετώπου. Σε μια στιγμή εσωτερικής αυτομαστίγωσης, ο αφηγητής μέμφεται εαυτόν για τα περίεργα οριενταλιστικά του γούστα: «Σκέφτηκα με φρίκη ότι ο Λαρισαίος στο ελληνικό καφενείο μπορεί να είχε κάποιο δίκιο: δεν είναι για μας αυτές οι ιστορίες, έλεγε. Ίσως μια Μαρί-Ελέν ή μια Σολάνζ να ήταν κάποια λύση. Μια Σολάνζ. Θα μου σύστηνε τον πατέρα της, κάποιον τύπο με ειρηνικές συνήθειες, όπως το να καπνίζει πουράκια μετά το κυριακάτικο τραπέζι διαβάζοντας νεκρολογίες σπουδαίων γιατρών στη Monde ή να προφασίζεται έκτακτα επαγγελματικά ταξίδια στη Γερμανία. Θα ήταν ένας μπαμπάς χωρίς παράνομα μέτωπα και εμπειρίες φυλάκισης, αν εξαιρέσει κανείς μια σύλληψη στα δεκαοχτώ του για μέθη και εξύβριση» (σ. 198). Μία γενναία δόση στωικής αποδοχής των πραγμάτων συνυπάρχει εδώ με έναν έσχατο αδιαπραγμάτευτο πυρήνα ονειρικού αναχωρητισμού, σε ένα ερωτικό διήγημα ακραίας στοχαστικής πυκνότητας, όπου ο έρωτας και η πολιτική αποδεικνύονται ασύμβατα.

Πολλά θα μπορούσαν ακόμη να λεχθούν για αυτή την άκρως ενδιαφέρουσα συλλογή, πλην όμως θα επιλέξω να σταματήσω εδώ, αφού καταθέσω μία τελευταία σκέψη: Στα περισσότερα διηγήματα του Σεβαστάκη η μεθοδικά συσσωρευμένη ένταση (συνήθως προϊόν εσωτερικής πάλης του αφηγητή με τη διχασμένη του συνείδηση – ή και απόρροια εξωτερικών παραγόντων) εκβάλλει σε σκηνές ιλαρής εκτόνωσης, όπου το υπαρξιακό άγχος αίφνης διαλύεται υπό το φως μιας ήρεμης συνδιαλλαγής με τα πράγματα. Έτσι, στη «Μουσική της αναχώρησης» η οδυνηρή απώλεια του φίλου και συγκατοίκου διαλύεται σταδιακά, καθώς στο μυαλό του αφηγητή στήνονται εικόνες μιας ευωχίας: «Το δωμάτιο είναι πολύ κρύο και εκείνος κουκουλωμένος στο κρεβάτι με τις κάλτσες και μια χοντρή εκδρομική φόρμα που χρησιμοποιεί για πιτζάμα. Χώνεται βαθιά κάτω από το πάπλωμα, νιώθοντας ένοχα ευλογημένος από την τύχη. Στο μυαλό του ξεκινάει να ετοιμάζει το φαγητό της επίγειας ευτυχίας: τηγανητές πατάτες, φιλετάκια με μπόλικο λεμόνι και ένα μπουκάλι Άρωμα Λήμνου» (σ. 106). Το ίδιο και στο «Μετά το χαμό», όπου η παραγγελία μιας λαχταριστής πορτοκαλόπιτας δίνει το σύνθημα για τη γλυκιά έξοδο από το πένθος και την «αποκατάσταση της διαταραχθείσας τάξης του κόσμου» (σ. 77).

Ο Σεβαστάκης προσέρχεται στον χώρο της πεζογραφίας με τα διαπιστευτήρια ενός αυθεντικού στυλίστα. Ελπίζουμε ότι θα υπάρξει συνέχεια – και την περιμένουμε με ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

http://www.biblionet.gr/book/194799

 

 

 

 

Μνήμες Σαλονίκης

Prosfyges_Thessaloniki_Image_084

Του Γιάννη Αποστόλογλου

«Ουδείς άπολις όσο υπάρχει η Θεσσαλονίκη” έγραφε ο Νικηφόρος Χούμνος τον 14ο αιώνα.

Η πόλη της Θεσσαλονίκης κατά την διάρκεια της μακρόχρονης πορείας της στην ιστορία, συχνά απορρόφησε ισχυρούς κραδασμούς από δραματικά παιχνίδια της ιστορίας,  πιστή στην ουμανιστική παράδοση που της άφησε κληρονομιά μεταξύ άλλων και ο ελληνιστικός οικουμενισμός.

Σε μια από αυτές τις τραγωδίες μιας μερίδας του ελληνικού λαού, των κατοίκων της μακεδονικής επαρχίας οι οποίοι αναγκάστηκαν από τον εθνικό στρατό να φύγουν από τα χωριά τους στη σκοτεινή περίοδο του εμφυλίου, η Θεσσαλονίκη ήταν εκεί για να τους υποδεχτεί.

Αυτή η ιστορία της αναγκαστικής εσωτερικής μετακίνησης μεγάλης μάζας πληθυσμού, υπήρξε πηγή έμπνευσης του Κιλκισιώτη συγγραφέα Λάζαρου Παυλίδη, ο οποίος στο βιβλίο του “Καραβάν Σαράι” επικεντρώνεται στην ιστορία ενός χήρου αγρότη, του Μαργαρίτη, που φεύγει εσπευσμένα από το χωριό του. Μαζί με τα παιδιά του, τον Αντώνη και την Ειρήνη, εγκαθίσταται στο κτίριο Καραβάν Σαράι (το μέχρι πρόσφατα δημαρχιακό μέγαρο της πόλης), το οποίο μαζί με άλλα κτίρια στέγασε τους ξεριζωμένους της επαρχίας, τους πόνους, τα όνειρα και την αγωνία τους για επιβίωση.

Οι χωρικοί πέφτουν θύματα κυκλωμάτων μαυραγοριτών αετονύχηδων οι οποίοι αντί ενός πινακίου φακής αγοράζουν τα κάρα και τα ζωντανά τους, ξεχνάνε τις αξίνες και τα φτυάρια προσπαθώντας να ενσωματωθούν στους ρυθμούς της μεγαλούπολης, χωρίς όμως η βίαιη αυτή αστικοποίηση να αποφέρει αποτελέσματα.  Στην διήγηση του Παυλίδη, ο Μαργαρίτης άνεργος θα περιπλανιέται στα σοκάκια της μεγαλούπολης χωρίς να βρει ποτέ δουλειά, ο γιος του θα προλεταροποιηθεί και θα παραμείνει στην πόλη και μετά το τέλος του εμφυλίου, ενώ η κόρη του θα καταλήξει στην πορνεία. Ο πατέρας, αδύναμος και ανήμπορος υποτάσσεται στη μοίρα.

Το βιβλίο παρέχει πολλά στοιχεία για την δομή της κοινωνίας εκείνη την εποχή και τις σαρωτικές αλλαγές στις οποίες υπόκειται, αποτελώντας έτσι μια αφήγηση της ιστορίας του εμφυλίου από την πλευρά των αμάχων.

Παράλληλα, μέσα στο Καραβάν Σαράϊ, ξετυλίγονται πολλές άλλες ιστορίες παράλληλες  με την κεντρική: “αντιφρονούντες” προσπαθούν να οργανώσουν κόσμο ή να βρουν τρόπο διαφυγής στο εξωτερικό, νόθα μωρά που πετιούνται από τον αεραγωγό τα βράδια, μανάδες που εκπορνεύονται και γιοί που γίνονται χωροφύλακες, ορφανά που μεγαλώνουν κάτω από δύσκολες συνθήκες. Κάθε άνθρωπος και μια ξεχωριστή ιστορία.

Όπως γράφει και ο Χρόνης Μίσσιος,

“….ο κάθε άνθρωπος είναι ένας κόσμος ολόκληρος, είναι μια ολόκληρη ιστορία… Δεν ξέρω, αλλά νομίζω πως όταν ο άνθρωπος ξανακαταχτήσει την ανθρωπιά του, όταν ξαναρχίσει να δημιουργεί ανθρώπινο πολιτισμό, να γράφει πια την ιστορία κάθετα, όχι για λαούς και μάζες, αλλά για τον Παύλο, για τη Ρηνιώ, για την Ελένη, για το μαστρο-Στέφανο… “

Τα 13 του 2013

Image

Του Γιάννη Αποστόλογλου

«Γράφω για μένα, για τους φίλους μου και για να απαλύνω τη ροή του χρόνου» είχε δηλώσει κάποτε ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες.

Τον χρόνο τον πανδαμάτωρ που αμείλικτα ρέει τόσο γρήγορα, που ούτε κατάλαβα πως έφτασε 2 Φεβρουαρίου, και ακόμα δεν ανέβηκε το κείμενο που είχα εδώ και καιρό σκοπό να γράψω για τα βιβλία που ξεχώρισα μέσα στο 2013!

Και επειδή ο αδικημένος αριθμός 13 έχει τραβήξει τα πάνδεινα από τις δεισιδαιμονίες των ανθρώπων, σε πείσμα των πολλών σε αυτό το κείμενο παρουσιάζω 13 βιβλία τα οποία ξεχώρισα μέσα στο 2013.

Το 2013 αντάμωσα ξανά τον Παντελή Καλιότσο, μετά από 2 δεκαετίες που ως μαθητής δημοτικού είχα διαβάσει τα “Ξύλινα Σπαθιά” του. Τον συνάντησα μέσα απο την ιδιότυπη αυτοβιογραφία του “Ποιούς θα δαγκώσω άμα λυσσάξω” αλλά και μέσα από τους “Ονειροπόλους” του. Ένα μυθιστόρημα επίσης βιωματικό, που εξελίσσεται στην ερεβώδη περίοδο της Γερμανικής κατοχής τότε που μόνο με όνειρα μπορούσε κάποιος να ξεδιψάσει και να ξεχάσει.

Ξεχώρισα το πολυδιαβασμένο και όχι άδικα “Η εφεύρεση του Μορέλ” του Αντόλφο Μπιόυ Κασάρες, επίσης ένα βιβλίο ονειρικό, με την υπαρξιακή αγωνία του συγγραφέα να κλιμακώνεται σταδιακά ξεχειλίζοντας μέσα από τις σελίδες του και να μεταφέρεται στον αναγνώστη με έναν μεταφυσικό τρόπο, και άριστη χρήση από τον συγγραφέα των τεχνικών της λογοτεχνίας του Φανταστικού.

Σε τελείως διαφορετικό κλίμα η “Μελαγχολία των λιονταριών” του Πέδρο Χουάν Γκουτιέρες, ο οποίος μακριά από τον ωμό και βρώμικο ρεαλισμό που τον καθιέρωσε στην συνείδηση του αναγνωστικού κοινού, αναπτύσσει το συγγραφικό του ταλέντο γύρω από μινιμαλιστικά, χιουμοριστικά , ανατρεπτικά και ως ένα βαθμό έντονα σουρεαλιστικά διηγήματα χωρίς μια περιττή παράγραφο. Διηγήματα, που μερικά ακροβατούν στα όρια του ανήθικου, γύρω από προσωπικά αδιέξοδα που βασανίζουν τους κατοίκους της σύγχρονης Κούβας.

Επιστρέφοντας σε σύγχρονους Έλληνες συγγραφείς, σίγουρα απόλαυσα το “Αu revoir” του Γιώργου Ίκαρου Μπαμπασάκη, ένα βιβλίο διαλογικό και θραυσματικό, ένα φλας μπακ στην τρέλα και τους προβληματισμούς της εφηβείας, τις χαμένες ισσοροπίες,μια διαδρομή σε σταθμούς ορόσημα στη ζωή της λογοτεχνικής περσόνας του, Νίκου Βελή. Έρωτες και φιλίες, με μόνιμη σταθερά και σημείο αναφοράς την οδό Πατησίων, ένα πακέτο Sante, το μπαρ Αu Revoir , αλλά και τα μάτια της Μάρθας.

Επίσης, δεν μπορώ παρά να μην αναφερθώ στο “Αστείο” του νέου λογοτέχνη Γιάννη Παλαβού, που αποτελεί μια συλλογή 17 διηγημάτων που εμπνέονται από το νεφελώδες και συγκεχυμένο όριο μεταξύ ρεαλισμού και φαντασίας. Διηγήματα που πραγματεύονται καθημερινές καταστάσεις με φρέσκια, νεανική και χιουμοριστική ματιά, πειθαρχημένα και χωρίς λογοτεχνικές ακροβασίες.

Στην χρονιά που μας πέρασε ξεχώρισα το συλλογικό έργο “Ο δρόμος για την Ομόνοια”, που γράφτηκε με αφορμή την πολλαπλή δολοφονική επίθεση του μισάνθρωπου Καζάκου εναντίον επτά συνανθρώπων μας το φθινόπωρο του 1999. Σχεδόν 15 χρόνια μετά, η συλλογή κειμένων του βιβλίου φαντάζουν ακόμα εξαιρετικά επίκαιρα. Κείμενα με την υπογραφή εξαιρετικών ανθρώπων του πνεύματος, της λογοτεχνίας και της δημοσιογραφίας. Μεταξύ άλλων ο Βασίλης Βασιλικός μαγνητοφωνεί Έλληνες εργαζομένους στις γερμανικές φάμπρικες, ο Μιχάλης Γκανάς μας χαρίζει της μνήμες από την προσφυγική οικογένειά του, ο αγαπημένος Νίκος Δήμου ως νεαρός φτωχός φοιτητής στη Γερμανία, βιώνει την προσβλητική μεγαλοαστική «συμπάθεια» προς το πρόσωπό του, ενώ η Μάρω Δούκα στον αριστοτεχνικά δομημένο μονόλογο της, περιγράφει την οδύσσεια μιας Ουκρανής γυναίκας προς τη Δύση, όπου τα όνειρά της καταλήγουν σε εφιάλτες και στον βούρκο της πορνείας.

Το διαμάντι που ξεχωρίζει απο την συλλογή θαρρώ πως είναι η συγκινητική και κινηματογραφική επτασέλιδη διήγηση του Άρη Σκιαδόπουλου με τίτλο «Μια πεταλούδα στο Μπιτ Παζάρ».

Στην συγγραφή του βιβλίου συμμετέχουν επίσης με κείμενά τους, ο Ηλίας Κουτσούκος, ο Αντώνης Σουρούνης, Στέλιος Κούλογλου, η Δέσποινα Τομαζάνη, ο Μιχάλης Φακίνος, ο Δημήτρης Νόλλας, η Ρέα Γαλανάκη, η Έρση Σωτηροπούλου, ο Νίκος Παπανδρέου. Τα ποιήματα του Μιχάλη Γκανά, του Παντελή Μπουκαλά, του Γιάννη Βαρβέρη, διανθίζουν την έκδοση και θέτουν το δάκτυλο επί του τύπου των ήλων.

Επιμένοντας σε Έλληνες συγγραφείς, δεν μπορώ παρά να μην αναφερθώ στα “Κρόταλα του χρόνου” του Μάριου Μιχαηλίδη. Έργο ποιητικογενές, μιας και ο Μιχαηλίδης υπηρετεί και την ποίηση, ένα έργο που δημιουργεί μια ενδιαφέρουσα σύζευξη, συνδέοντας το πραγματικό με το υπερβατικό και ονειρικό. Πρόκειται δηλαδή για έργο διφυές με δύο αφετηρίες: το ένα γεννάται μέσα από την Ελληνική ιστορία και συγκεκριμένα στα οθωνικά χρόνια, ενώ το δεύτερο, στοιχειοθετεί ένα χώρο ποιητικής δημιουργίας του συγγραφέα. Αυτή ακριβώς η τεχνική δημιουργεί την ενδιαφέρουσα ανατροπή στη ροή του έργου και στην οριστική του κατάληξη.

Στα τέλη του 2013, επίσης διάβασα το “Ένα πουκάμισο γεμάτο λεκέδες,συζητήσεις του Αντόνιο Ταμπούκι με τον Ανταίο Χρυσοστομίδη εφ’ολης της ύλης”. Αποσπάσματα συζητήσεων του μεγάλου Ιταλού συγγραφέα με τον φίλο του και μεταφραστή των περισσότερων έργων του στα Ελληνικά, στις οποίες αναπολεί τα παιδικά του χρόνια, τις πηγές εμπνεύσης του, για το πώς αντιμετωπίζει τη γραφή, για τον κινηματογράφο και βέβαια την πολιτική.

Σε τελείως διαφορετικό κλίμα, και λόγω επαγγελματικής διαστροφής, θα πρέπει να αναφερθώ σε 2 βιβλία που αναφέρονται στις ζωές μεγάλων μαθηματικών. Αρχικά τη βιογραφία της μεγάλης φιλοσόφου και Αλεξανδρινής μαθηματικού , της Υπατίας, γραμμένη από τον Πέδρο Γκάλβεθ, στο οποίο αναπτύσσεται αντικειμενικά η ζωή της μεγάλης μαθηματικού της Αρχαιότητας, και του τραγικού τέλους της από τους πρωτεργάτες που βύθισαν και καταδίκασαν την ανθρωπότητα στα σκοτάδια του μεσαίωνα. Επίσης, “Το τελευταίο θεώρημα του Φερμά”, ένα βιβλίο ντοκουμέντων όπου με συναρπαστικό τρόπο μας ταξιδεύει στην ιστορική διαδρομή επίλυσης ενός από τα δημοφιλέστερα αινιγμάτων των μαθηματικών.

Επιστρέφοντας σε έργα της «κλασικής» λογοτεχνίας, σε μια από τις βόλτες στα παλαιοβιβλιοπωλεία της Θεσσαλονίκης έπεσε στα χέρια μου το βιβλίο “Φράνυ και Ζουι” του  Τζερόμ Σάλιντζερ. Ένα έργο έντονα φιλοσοφικό με τις σελίδες διανθισμένες από μια γλυκιά αλλά σκοτεινή συνάμα απόγνωση, που πραγματεύεται  την αναζήτηση του πώς να ζήσει κανείς και πώς να πορευτεί χωρίς να χάσει ούτε το πρόσωπό του, ούτε το πρόσωπο του πλησίον του. Οι κύριοι χαρακτήρες του έργου, τα δυο αδέρφια, να είναι σε κατάσταση σχεδόν νευρωτική, εξαντλητικές αναλύσεις της κάθε σκέψης και συναισθήματος,  με μία  αγχωτική και καταπιεστική μαμά, και με μία αυτοκτονία του μεγαλύτερου αδερφού, ο οποίος στοιχειώνει τις ζωές και τις σκέψεις των δυο αδερφών. 

Τέλος, το 2013, περιμένοντας για πάνω απο τρεις ώρες ένα χαμένο λεωφορείο στα κτελ Θεσσαλονίκης, έπεσα με τα μούτρα στους “Αρχάριους” του Ρέιμοντ Κάρβερ. Κείμενα ρεαλιστικά και ωμά, ιστορίες των “κοινωνικά απόβλητων” του αμερικάνικου καπιταλιστικού όνειρου, άνεργων, υπερχρεωμένων ανθρώπων, που βρίσκονται στις παρυφές του πόνου και της θλίψης στολισμένα απ’ την αφηγηματική δύναμη του συγγραφέα.

Παράπλευρες καθημερινές απώλειες

PARAPL_APOL_309605264

Επιμέλεια: Αποστόλογλου Γιάννης

“Τα μικρά αυτά κειμενάκια που έχουν συγκεντρωθεί σε αυτό τον τόμο είναι μια προσπάθεια να συγκροτηθεί ένας τέτοιος μικρόκοσμος όταν με τύλιγε και με απειλούσε το σκοτάδι. Δεν είχα πρόθεση να τα δημοσιεύσω. Τα θεωρούσα πολύ προσωπικά. Και από μια σύμπτωση κατάλαβα πως δεν υπάρχει προσωπικός λόγος. Αφού είμαστε όντα με λόγο, είμαστε μέσα στην κοινωνία. Και η κοινότητα είναι αυτή που σου δίνει ένα λόγο για να ανακαλύψεις την προσωπικότητά σου, μοναδική και ανεπανάληπτη, όπως ακριβώς είναι τα δακτυλικά σου αποτυπώματα. Συνομιλητές υπάρχουν. Αρκεί να μπορείς να μιλήσεις. Και έτσι βγήκε αυτό το βιβλίο.”  Περικλής Κοροβέσης

ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ

peripatos

«Είχα σβήσει με μπλάνκο το όνομά σου από την ατζέντα μου. Δεν περίμενα να ξαναπάρεις τηλέφωνο ύστερα από τόσον καιρό. Και όμως πήρες. Ρώτησες αν ενοχλείς. Ήσουν ευγενική. Το μέταλλο της φωνής σου, πολύτιμο όπως πάντα. Ρώτησες αν γράφω. Δεν ήθελες να με διακόψεις. Εκτιμούσες πάντα την δουλειά μου. Ρωτάς τι κάνω. “Όλα καλά”, σου λέω. Τί να σου πω; Με γάμησες, Περίπατο έκανες στη ζωή μου και τη διάλυσες.»

AGAPITOS LINES

946715_10201824571684286_2116518071_n

«Είχες χαθεί από μέρες. Ούτε ένα μήνυμα στον τηλεφωνητή ούτε κάποιο σημείωμα κάτω από την πόρτα. Κατέβηκα στο λιμάνι και έψαχνα για την άγονη γραμμή. AGAPITOS LINES, με τις βρώμικες τουαλέτες και τα χυδαία φαγητά. Περίμενα πως κάπου εδώ θα σε έβρισκα. Ανέβαινα και κατέβαινα σκάλες. Γύριζα στα σαλόνια και στις κουπαστές. Τίποτα. Και φτάναμε στα λιμάνια μέσα στη νύχτα. Χάζευα τα φώτα. Ξαναφεύγαμε. Και σε ξαναέψαχνα. Μου πήρε πολύ καιρό να καταλάβω. Δεν ταξίδευα. Βούλιαζα.»

 

ΣΟΦΟΙ ΚΑΙ ΑΓΙΟΙ

agioi

«Ήρωες και Άγιοι δεν υπάρχουν. Τους έφτιαξαν μετά. Ήθελαν να στηρίξουν την δικιά τους τυραννία αγιοποιώντας κάποια καθάρματα. Τους δικούς μας σοφούς και αγίους δεν θα τους μάθουμε ποτέ. Η εξουσία τους εξαφανίζει συστηματικά και σβήνει κάθε τους σημάδι. Και εμείς τους αγνοήσαμε όσο ζούσαν δίπλα μας, σαν και εμάς. Γιατί ποτέ δεν πιστέψαμε στον εαυτό μας. Πώς να πιστέψουμε λοιπόν στον άλλον;»

ΟΙ ΕΚΤΕΛΕΣΜΕΝΟΙ

ektelesmenoi

«Εμείς οι εκτελεσμένοι δεν ξεκινήσαμε τυχαία. Αυτό που θέλαμε ξεπερνούσε τη θνητή ζωή μας. Και αποφασίσαμε να την ορίσουμε μέχρι το τέλος. Τί θα μπορούσαν να μας κάνουν; Μια ζωή μονάχα θα μας έπαιρναν. Είχαμε ζήσει χίλιες. Έτσι σταθήκαμε όρθιοι και αρνηθήκαμε να μας δέσουν τα μάτια.»

886385_10200914386330221_332296272_o

ΜΕΣΟΣ ΕΛΛΗΝΑΣ

poulprisrel4-thumb-large

«Θέλουμε την σωτηρία μας και αγαπάμε την καταστροφή μας. Ψηφίζουμε κόμματα που μας έπεισαν με ψέμματα και πιστέψαμε πως θα βρούμε δουλειά με την ψήφο μας,. Και πάντα περιμένουμε στις ατέλειωτες ουρές παντού. Θυμώνουμε, αγανακτούμε, βρίζουμε. Αλλά δεν μπορούμε να κάνουμε και τίποτα. Ξαναγυρίζουμε στα ίδια. Έτσι έχουμε συνηθίσει. Την καταστροφή μας την ξέρουμε. Αυτό μας δίνει σιγουριά. Το άγνωστο είναι αβέβαιο. Και αυτό μας τρομάζει.»

ΔΗΜΟΣΙΟ ΧΡΕΟΣ

mobutu2

«Το δέντρο που έδεσαν και εκτέλεσαν τον Λουμούμπα, υπάρχει ακόμα στο δάσος Μοναντιγκούσα. Είναι γεμάτο σφαίρες που φαίνονται ακόμα. Πέρασαν απο το λεπτό κορμί του Πατρίς και καρφώθηκαν στον κορμό του δέντρου. Το δέντρο επέζησε και θυμίζει πάντα το αποτρόπαιο έγκλημα των Βρυξελλών. Ο εκτελεστής Μομπούτου πήρε δώρο σε πρώτη φάση τριάντα χρόνια εξουσίας. Ήτανε, βλέπετε, ευρωπαϊστής, φιλελεύθερος και εκσυγχρονιστής. Η διεθνής κοινότητα απέκτησε έναν πιστό φίλο. Ο Μομπούτου ανταποκρίθηκε στην φιλία γενναιόδωρα. Έδωσε διαμάντια, χρυσό, πετρέλαιο, κοβάλτιο, χαλκό, και ότι άλλο πολύτιμο είχε η γη του Κονγκό στα σπλάχνα της. Το ανεξάρτητο Κονγκό γίνεται πάλι αποικία. Και όταν ο Μομπούτου αποδήμησε εις Κύριον, άφησε μια περιουσία ίση με το δημόσιο χρέος. Ήταν η δεύτερη δόση του δώρου του από την Παγκόσμια Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο για τις υπηρεσίες του. Λίγοι γνωρίζουν πως οι δυο αυτοί οργανισμοί είναι μηχανές πολέμου. Κάνουν τις πρώην αποικίες, πάλι αποικίες. Αυτή τη φορά όχι με οβίδες, αλλά με χρέος.»

Ο ΜΠΙΟΧΟ

benkos-solo

«Τον Μπιόχο, τον αρχηγό των εξεγερμένων ινδιάνων τον έχουν εκτελέσει πολλές φορές στο Παλένκε. Μα εκείνος ξαναεμφανίζεται και χτυπάει σκληρά. Τον πιάνουν και τον ξαναεκτελούν. Αυτός επανέρχεται με μεγαλύτερη ορμή. Είναι αθάνατος. Πάντα στην πρώτη γραμμή και κάνει τους τυράννους να χάνουν τον ύπνο τους. Τελικά ποιο είναι το μυστικό της αθανασίας του Ντομίνγκο Μπιόχο; Η Γενική Συνέλευση. Κάθε φορά που σκοτώνεται ο ηγέτης τους, εκλέγει έναν άλλον και παίρνει το ίδιο όνομα. Ο Ντομίνγκο δεν είναι ένας. Είναι πολλοί.»

ΚΟΛΑΣΗ

kolasi

«Σε ένα παρεκκλήσι της Πάδοβας, ο Τζιότο ζωγράφισε την κόλαση με τους διαβόλους. Βασάνιζαν αμαρτωλούς. Όλα τους τα εργαλεία ήταν αυτά της Ιεράς Εξέτασης. Το ερώτημα μπαίνει απλά: αφού όλοι αυτοί οι αμαρτωλοί ήταν όργανα του Σατανά και ακολουθούσαν τις εντολές του, γιατί δεν τους αντάμειψε δίνοντάς τους έναν παράδεισο για να συνεχίσουν ανενόχλητα και αιωνίως τις ακολασίες τους; Δικοί του ήταν άλλωστε. Τόσος αχάριστος ήταν; Μετά έρχεται και μία άλλη σκέψη: η Ιερά Εξέταση, χρησιμοποιεί τα ίδια εργαλεία με αυτά της κόλασης για τον ίδιο σκοπό; Το σωφρονισμό; Μήπως η Κόλαση είναι μια υπηρεσία της Καθολικής Εκκλησίας που συνεχίζει την δουλειά της στην άλλη ζωή; Πάντως όσοι έψαξαν στη Βίβλο για να βρουν τη λέξη κόλαση δεν την βρήκαν πουθενά. Είναι επινόηση των παπάδων. Τελικά ο Σατανάς για ποιον δουλεύει;»

ΑΠΟΔΡΑΣΗ

flickr_winterofdiscontent-thumb-large

«Δεν υπάρχει κελί που να μην τρυπιέται. Δεν υπάρχει φυλακή που δεν μπορείς να δραπετεύσεις. Δεν υπάρχει σκλαβιά που να εμποδίζει την ελευθερία σου. Όλα είναι στο κεφάλι σου. Σπάσ’το και πέτα. Ο ουρανός είναι απέραντος. Υπάρχει μια γωνιά που σε περιμένει. Βρες την.»

To βιβλίο του Περικλή Κοροβέση «Παράπλευρες καθημερινές απώλειες» κυκλοφορεί απο τις «ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΩΝ ΣΥΝΑΔΕΛΦΩΝ».  

Αναζητήστε το…

Εν οίνω αλήθεια.

1353239729_Ray-Milland-The-Lost-Weekend

Του Γιάννη Αποστόλογλου

Ο μεθυσμένος δε γυρεύει πια τίποτα. Άλλη μια φορά έπαιξε, κέρδισε τα πάντα και φυσικά τα έχασε. Είναι τέκνο της απώλειας σαν τα αδέρφια του πού αποφεύγουν να το μάθουν. Θα παραδοθεί σε έναν ύπνο χωρίς όνειρα, αδιαφορώντας για έμψυχα και άψυχα. Ecce hommo: μία πέτρα αμέθυστου, όπου ένα ασώματο χέρι σκαλίζει τραυλά τη μορφή της μάνας του. Αν ο μεθυσμένος ξυπνήσει, ξυπνάει πάντα σαν πλατωνική φράση: …Ἐγὼ μὲν οὖν λέγω ὑμῖν ὅτι τῷ ὄντι πάνυ χαλεπῶς ἔχω ὑπὸ τοῦ χθὲς πότου καὶ δέομαι ἀναψυχῆς τινός… Ματαίως…”

«Περι μέθης»-Απόσπασμα από την εισαγωγή.

Στο “Περι μέθης”, ο Κωστής Παπαγιώργης, βουτάει την πένα του στο αλκοόλ και με πυξίδα 17 κείμενα εμπνευσμένα από τη δυτική λογοτεχνία, χαρτογραφεί το φαινόμενο της οικειοθελούς αυτής τοξικής δηλητηρίασης, την ψυχολογία του πότη και τους λόγους που τον ωθούν σε αυτή την βαθιά αντιεξουσιαστική πράξη. Αντιεξουσιαστική, από την άποψη πως ο πότης μέσω του αλκοόλ αντιστέκεται στα δεσμά και στους, ηθικούς ή μη, περιορισμούς που επιβάλλει η νηφαλιότητα, επιδιώκοντας την καταβύθιση της συνειδήσεως του, που ενδεχομένως να οδηγήσει σε πλήρη απώλεια του αυτοελέγχου, παραδομένος σε ένα πάθος ηδονικής αυτοεγκατάλειψης.

Κείμενα για τους μύστες της θρησκείας του Διόνυσου, τους πότες και όχι τους μέθυσους, τη σχέση τους με τον κοινωνικό περίγυρο, την δημιουργική αλλά και αυτοκαταστροφική συνάμα διάσταση του πίνειν.

Λογοτεχνικό όπλο του Παπαγιώργη, οι εικόνες και οι μεταφορές που κοσμούν τον λόγο του, λόγος εξεζητημένος, περίτεχνος, ίσως «ακαδημαϊκός», αλλά σε καμιά περίπτωση ξύλινος και αποκρουστικός.

Από τον Διόνυσο, τον Σωκράτη και τους οινοπότες όμως όχι οινοβαρείς ομηρικούς ήρωες, περνά στον Γαργαντούα του Ραμπελαί, που ο πόθος για το κρασί και τις υπόλοιπες χαρές της ζωής σηκώνει μπαϊράκι απέναντι στην στην ιδεολογική παράδοση του μεσαίωνα. “Πίνουν για να βροντοφωνάξουν την γήινη ύπαρξή τους” ενώ ταυτόχρονα τοποθετούν  “το γέλιο στην θέση της υπακοής και της πίστης.”

Κατόπιν, ο Παπαγιώργης παραδίδει το απαστράπτον βακχικό δισκοπότηρο στους σαιξπηρικούς ήρωες και στους ντοστογιεφκικούς “αγίους”όπου υπερτονίζεται η σχέση μέθης και κακού, από εκεί σειρά έχει ο Μποντλέρ,  ενώ ενδιάμεσα κάνει μια στάση για να συναντήσει τους Μπάροουζ, Ντε Κουίνσι και Χάξλεϊ, όπου αναφέρονται οι διαφορές τους αλκοόλ με άλλες ψυχοτρόπες ουσίες όπως η μεσκαλίνη ή το όπιο, για να καταλήξει  στον Λόντον, ο οποίος προσωποποίησε το αγαπημένο του ουίσκι, το Τζον Μπαρλεϋκορν, και το μετέτρεψε σε λογοτεχνικό ήρωα, δόλιο και εκμαυλιστή.

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στο βιβλίο του Λόουρυ “Κάτω απο το ηφαίστειο” όπου ο πρόξενος Φέρμιν, μεθυσμένα και συνειδητά, επιλέγει και βιώνει το σταδιακό βύθισμα της ψυχής του νοσταλγώντας τις εξαντλητικές του οινοποσίες αλλά και στον Κέρουακ ο οποίος μέσα από το βιβλίο του “Στο δρόμο” εκπροσωπεί απόλυτα την γενιά των Μπητ, υμνεί τη φιλία και το αίσθημα της ελευθερίας, εξυψώνει  το ποτό, την ποιητική μέθη και τη μεθυσμένη ποίηση της κάθε στιγμής. Τέλος, συνδιαλέγεται με τον Μπουνιουέλ σε κάποιο απομονωμένο τραπέζι ενός ήσυχου μπαρ, μακριά από σκέψεις του συρμού, και τον βρίσκει να μην παραδίνεται άκριτα στο ποτό αλλά να το χρησιμοποιεί ως εργαλείο έμπνευσης και καλλιτεχνικής δημιουργίας.

Ότι αξίζει στη ζωή υπερβαίνει τα όρια και βρίσκεται εκτός των προκαθορισμένων χαρακωμάτων αυτής και ως εκ τούτου παρομοιάζεται με μεθύσι, για αυτό ας ακούσουμε τον Μποντλέρ ο οποίος μας παρακινεί:

Για να μην είσαστε οι βασανισμένοι σκλάβοι του Χρόνου,

μεθύστε, μεθύστε χωρίς διακοπή

Με κρασί, με ποίηση ή με αρετή, όπως σας αρέσει.”

Μεταιχμιακή χαρά…

Gogos0

Του Γιώργου Σαράτση

Στο νέο του βιβλίο, ο Θάνος Γώγος επιχειρεί να εκθέσει τη συναισθηματική του αμφισημία πατώντας γερά στη γη της αισθησιοκρατίας. Θέτει το όριο της καμπής και της κάμψης ενός κόσμου που δεν άπτεται μεταφυσικής ή που, πολύ συχνά, τον κάνει να χασμουριέται μπροστά σε έναν ρομαντικό πλην ξεφτισμένο ποιητικό λόγο, φθηνού ερωτισμού. Άλλωστε, όπως επισημαίνει κι ο ποιητής, τα ερωτικά του ποιήματα θα μένουν πάντα εκτός συλλογής.

Η εν λόγω συλλογή ξεκινά με μότο της Αμερικανίδας Susanna Kaysen, δίνοντας ικανοποιητικά το στίγμα των υπόλοιπων 36 σελίδων που ακολουθούν. Η περιέργεια του κοινού προορισμού, σαν όλοι να προετοιμαζόμαστε για τον ίδιο τόπο, με τον ίδιο τρόπο και τον ίδιο λανθάνοντα φόβο. Κι ο Γώγος ήδη από τις πρώτες σελίδες ορίζει τη δική του ποίηση, αναζητώντας εκείνη την ομιλία μέσω της οποίας θα κατακτήσει τον κόσμο του. Έναν κόσμο τόσο ακατάληπτο, που μόνο αλλόγλωσσα μπορεί να τον συλλάβει.

Πρόκειται για ένα ζωντανό –και την ίδια στιγμή ημιθανές– 48σέλιδο, γεμάτο παραπαίοντα νοήματα, θρυμματισμένες εικόνες και ερμαφρόδιτες θεάσεις ενός παρόντος, όπου οι γυναίκες μοιάζουν με κορίτσια που σπάνια βρίσκουν τρόπο να χαλαρώσουν. Κορίτσια ατιμώρητα που φαντάζουν με υπερευαίσθητους εκ φύσεως άνδρες, στο μεταίχμιο των συναισθημάτων τους. Είκοσι επτά ποιητικές απόπειρες, σχεδόν ερμητικές, τριών ενοτήτων, όπου ο Γώγος επιχειρεί να φανερώσει όσα δεν γνωρίζει με ποιον τρόπο να κρύψει. Ή επιχειρεί να κρύψει εκείνα που μπερδεύουν τη γλώσσα, προκαλώντας στον αναγνώστη πολλαπλά νοηματικά σαρδάμ.

Λανθάνουσα οργή, μικροψυχωτικά επεισόδια, εραστές που αναζητούν αντικλείδια παρά τη θανατική τους καταδίκη, αυτοφυείς θεοί και αδέσποτα σκυλιά όμοια με ανθρώπους του καιρού μας που δεν έχουν ανάγκη ο ένας τον άλλον ή δεν επιτρέπεται πια να μιλούν. Και στο βάθος, ένα γέλιο-παράθυρο, μια παρ’ ολίγον χαρά συντροφιά με το ανέκφραστο μιας τρέλας που ενεδρεύει μέσα μας, προτρέποντάς μας να γνωρίσουμε χωρίς να αισθανθούμε ή να αισθανθούμε χωρίς να γνωρίσουμε.

Μία συλλογή που έχει όντως κάτι να μας πει, ταράζοντας για λίγο με την πειραγμένη της γλώσσα την απροσδιόριστη χίμαιρα του «είναι» μας μες στην τοξική θολούρα της εποχής.

( Πηγήwww.diastixo.gr )